Συνεντεύξεις

Δεκέμβριος 2018



Με αφορμή τη συμμετοχή του Δημήτρη Β. Προύσαλη στο 5ο Φεστιβάλ Παραμυθιού Κύπρου (19-2 Δεκεμβρίου 2018) παραχωρήθηκε συνέντευξη στις 17 Μαρτίου 2018 τίτλο:
«Ανακάλυψα μια πρωτόγνωρη ποιητικότητα στην απλότητα του λόγου» 



5ο Φεστιβάλ Παραμυθιού Κύπρου

Με τον Δημήτρη Β. Προύσαλη

Πείτε μας λίγα λόγια για το 5ο Φεστιβάλ Παραμυθιού Κύπρου στο οποίο θα πάρετε μέρος;

Τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται σταθερά και στην Κύπρο η διοργάνωση ολιγοήμερων και πολυήμερων εκδηλώσεων με επικεντρωμένη τη δραστηριότητα γύρω από τη λαϊκή προφορική παράδοση του συλλογικού φαντασιακού τόσο από τον ελληνόφωνο χώρο όσο και από άλλες πατρίδες και περιοχές του κόσμου. Το Φεστιβάλ Παραμυθιού της Κύπρου, όπως και το Φεστιβάλ Αφήγησης της Κύπρου, αποτελεί την κατεξοχήν κατάθεση της προσπάθειας μιας ομάδας εμπνευσμένων ανθρώπων να γνωρίσει το πλατύ κοινό της μεγαλονήσου τη σημαντικότητα της λειτουργίας του ανώνυμου προφορικού λόγου στον 21ο αιώνα και να ξαναμπεί στο πεδίο του ενδιαφέροντός του το συγκεκριμένο δημιούργημα των λαών. Η πέμπτη κατά σειρά διοργάνωση γίνεται το σταυροδρόμι μιας γόνιμης συνάντησης Κύπριων, Ελλήνων και Βρετανών αφηγητών γύρω από τον θεματικό άξονα των ιστοριών για το κρασί, το λάδι, το ψωμί, προκειμένου να αναδείξουν τη σπουδαιότητά τους διαχρονικά αλλά και πάντα επίκαιρα για τον άνθρωπο. Χαιρόμαστε ιδιαίτερα εγώ και ο συνεργάτης μου μουσικός Φίλιππος Πλακιάς που γινόμαστε κομμάτι αυτής της προσπάθειας με τη συμμετοχή μας σε ένα ποικίλο πρόγραμμα από αφηγήσεις, εργαστήρια και βιβλιοπαρουσιάσεις.

Πότε και πώς ασχοληθήκατε με το λαϊκό παραμύθι;

Άρχισα να ασχολούμαι με την καταγραφή, μελέτη και ανάλυση του λαϊκού παραμυθιού από το 1999 ως αναγνώριση της σημαντικότητας του άυλου προφορικού «υλικού». Αργότερα, ανακαλώντας οικογενειακές μνήμες, πρακτικές και εμπειρίες, έψαξα ως δάσκαλος να βρω ένα ακόμη «εργαλείο» για να κάνω τη μαθησιακή διαδικασία πιο ενδιαφέρουσα και δημιουργική για μένα και τους μαθητές μου. Ανακάλυψα μια πρωτόγνωρη ποιητικότητα στην απλότητα του λόγου που δημιουργούσε οικειότητα και εμπιστοσύνη, κουβαλούσε σοφία και άδηλη συμβουλευτική, έχοντας τρόπο να σε καθησυχάζει χωρίς να σε «κοιμίζει» μέσα από ψέματα που κρύβανε αλήθειες. Από το 2003 άρχισα να αφηγούμαι στο κοινό, αργότερα ξεκίνησα τα εργαστήρια, σήμερα είμαι καλλιτεχνικός δ/ντής του Φεστιβάλ Αφήγησης Πηλίου «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη» από το 2011 και «Αθήνα… μια πόλη παραμύθια» από το 2014. Η σχέση μου έχει και επιστημονική διάσταση, αφού έχω κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη Λαογραφία με θέμα την παραμυθιακή αφήγηση και είμαι υποψήφιος διδάκτορας με θέμα πάλι σχετικό.

Χρειαζόμαστε την αισιοδοξία (των παραμυθιών) πως όλα θα πάνε στο τέλος καλά και αυτό το καθρέφτισμα της αποκοτιάς πως όλα μπορούν τελικά να συμβούν, αρκεί να κρατήσουμε τη στάση που πρέπει

Πού πιστεύετε ότι συναντιούνται και πού διαφέρουν τα λαϊκά παραμύθια από τα σύγχρονα;

Η ανάγκη της μυθοπλασίας είναι σύμφυτη με την έννοια του ανθρώπου, γι’ αυτό και η λογοτεχνία πάντα κρατά τα σκήπτρα στις προτιμήσεις του, ξέχωρα από πολιτισμούς και θρησκείες. Αυτό που ξεχωρίζει τα λαϊκά από τα σύγχρονα είναι πως είναι ανώνυμα, συλλογικά και κατά παράδοση εμφανίζονται μέσα από τη μορφή της παραλλαγής, δηλαδή την πολλαπλή αφηγηματική εκδοχή μιας υπόθεσης, ενώ τα σύγχρονα ίσα που ασφυκτιούν σε μια μορφή διασκευής. Ο συμβολικός λόγος και οι διαρκείς προβολές, ως ψυχολογικός μηχανισμός των αφηγήσεων, δοκιμάζουν το περιεχόμενο των μηνυμάτων στο χρόνο και η σχηματική μορφή τείνει το χέρι σε όλους.

Τι είναι η τέχνη του αφηγητή/ παραμυθά;

Ο πρότερος παραμυθάς των λαϊκών παραμυθιών είχε έναν αναγνωρισμένο κοινωνικό ρόλο στη λειτουργία της κοινότητας με επίφαση την ψυχαγωγία. Η τέχνη του είναι να βγαίνει στο κέντρο του λόγου και να μιλά για όσα συμβαίνουν γύρω του και αφορούν τους περισσότερους. Σήμερα είναι η τέχνη τού να υπηρετεί ένα υλικό και να δημιουργεί γέφυρες-περάσματα από το «Μια φορά κι έναν καιρό» με τις σύγχρονες συνθήκες τού «Εδώ και τώρα…» επιλέγοντας τις κατάλληλες ιστορίες που πρέπει να ακουστούν την κατάλληλη στιγμή στην ομήγυρη που τις χρειάζεται.

Πιστεύετε πως παρατηρείται άνθησή της τα τελευταία χρόνια;

Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται ιδιαίτερη κινητικότητα, γεγονός ελπιδοφόρο τόσο για τις ιστορίες όσο και για τον ίδιο το άνθρωπο που ξανασυναντά τη συλλογική σοφία. Περισσότεροι νέοι εμπλεκόμενοι αφηγητές εμφανίζονται, που η πορεία τους μέλλεται να κριθεί.

Νιώθετε να υπάρχει τελευταία περισσότερο ενδιαφέρον για το παραμύθι και τη λαϊκή παράδοση όπως και την αφήγηση γενικότερα;

Ο άνθρωπος είναι ζώο αφηγηματικό και ζει μέσα από την παράθεση σημαντικών συμβάντων. Εκεί που ο λαϊκός πολιτισμός αποδιαρθρώνεται και μετασχηματίζεται μέσα από τις μορφές του, μια κοινωνική λειτουργία ανάγεται σε τέχνη όταν χάνει σιγά σιγά τα πλαίσια στα οποία μέχρι πρότινος ανάσαινε. Ο σύγχρονος άνθρωπος ανακαλύπτει ξανά εναλλακτικές μορφές ψυχαγωγίας, γι’ αυτό και παρουσιάζεται η σχετική άνθιση ολοένα αυξανόμενη.

Γιατί κατά τη γνώμη σας μας συγκινούν ακόμα τα παραμύθια και οι λαϊκοί μύθοι;

Γιατί χρειαζόμαστε την αισιοδοξία τους πως όλα θα πάνε στο τέλος καλά και αυτό το καθρέφτισμα της αποκοτιάς πως όλα μπορούν τελικά να συμβούν, αρκεί να κρατήσουμε τη στάση που πρέπει και να μην λιποψυχήσουμε απέναντι στις δυσκολίες της ζωής, πως όλα είναι περαστικά και τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα θα σταθούν μπροστά σε όλους μας.

.

Ιούλιος 2018

Εφημερίδα των Συντακτών 


Σάββατο 28 Ιουλίου 2018
Αρ. Φύλλου 1675
Ένθετο ΝΗΣΙΔΕΣ

"Τα παραμύθια χτίζουν γέφυρες"




Κάθε φορά που ένας παραμυθάς ανοίγει την καρδιά του, αρχίζει ο ουρανός και βρέχει. Δεν βρέχει νερό, δεν ρίχνει χιονόνερο, δεν πετάει χαλάζι. Ρίχνει διαμάντια, μπριλάντια, ζαφείρια και ρουμπίνια, φλουριά κωνσταντινάτα, πέφτει μαζί και ένα καρύδι. Το σπάει ο παραμυθάς και από μέσα τι βγαίνει; Βγαίνει ένα παραμύθι. Αυτό που περιμένει να ακούσει ο καθένας μας και αυτό που πρέπει να πει ο παραμυθάς. Αυτό είναι το πιο σύντομο παραμύθι στον κόσμο, όπως μου είπε ένας από τους πιο γνωστούς και ακούραστους παραμυθάδες που έχουμε στην Ελλάδα, ο Δημήτρης Προύσαλης.
Δάσκαλος στο επάγγελμα, αγάπησε τόσο πολύ τα παραμύθια και την αφήγηση που έφτασε σήμερα να έχει ένα σημαντικό έργο από βιβλία και άλλες δράσεις που έχουν κεντρικό άξονα τη διάσωση και τη διάδοση των παραμυθιών της χώρας μας αλλά και άλλων χωρών των πέντε ηπείρων.
Καλεσμένος μας σήμερα εδώ, στην καρδιά του ελληνικού καλοκαιριού, μοιράζεται τις ιστορίες του μαζί μας.
 Πώς έγινε και σε μάγεψαν τα παραμύθια, Δημήτρη;
Είχα την εμπειρία να ακούω τον πατέρα μου να συμβουλεύει εμένα και τον αδερφό μου όταν ήμασταν μικροί λέγοντας ιστορίες του Αισώπου. Και τα καλοκαίρια στο Πήλιο είχα θείες που συνήθιζαν να μας λένε ιστορίες τα βράδια του καλοκαιριού κάτω από την κληματαριά. Αργότερα, όταν έγινα δάσκαλος, αναζήτησα τρόπους για να κάνω τη σχέση μου με τα παιδιά πιο ενδιαφέρουσα, πιο λειτουργική και πιο δημιουργική, και μέσα στα υπόλοιπα εργαλεία, όπως είναι το θεατρικό παιχνίδι, το θέατρο σκιών, το κουκλοθέατρο, ανακάλυψα και τα παραμύθια.
Όταν ξεκίνησα να λέω παραμύθια μετά από κάποια εργαστήρια που έκανα, είχα μια πάγια θέση, έλεγα «εμένα δεν με ενδιαφέρει η αφήγηση, δεν πρόκειται να γίνω αφηγητής, μόνο ένα εργαλείο ψάχνω». Όταν άρχισα όμως με κάποιες αφορμές και ευκαιρίες να αφηγούμαι και να καταλαβαίνω ποια ήταν η επενέργεια της προφορικής αφήγησης στο κοινό, το αποτέλεσμα δηλαδή, είδα ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη δύναμη που δημιουργεί δυναμικές και αποφάσισα σιγά σιγά να χτίσω μια πιο συνειδητή και έντονη σχέση με τα παραμύθια.
● Το παραμύθι δούλεψε τελικά ως εργαλείο σε δύσκολες περιπτώσεις παιδιών που συνάντησες ως δάσκαλος;
Το παραμύθι είναι ένα άυλο υλικό, θαυματουργό. Το χρησιμοποίησα όταν είχα παιδιά που αντιμετώπισαν μια δύσκολη στιγμή σε έναν θάνατο ή την επικείμενη απειλή μιας απώλειας αγαπημένου τους ανθρώπου, ή για να επιλύσω συγκρούσεις ανάμεσα σε παιδιά, και άλλες φορές απλά το χρησιμοποίησα ως μέσο για να κάνω το μάθημα πιο ενδιαφέρον.
Είναι ένα είδος προφορικού λόγου με τεράστια δυνατότητα και δύναμη, γι' αυτό και σήμερα χρησιμοποιείται τόσο στην κοινωνία όσο και στο σχολείο, όπως παραμύθια ενάντια στον σχολικό εκφοβισμό, ενάντια στον ρατσισμό και με ανοχή στη διαφορετικότητα του άλλου.
Τα παραμύθια χτίζουν γέφυρες όπου συναντιούνται οι πολιτισμοί. Χτίζουν επίσης μια περιβαλλοντική συνείδηση δημιουργώντας πολίτες που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν με μια άλλη ωριμότητα τα προβλήματα.
● Πάντα «ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»…
Αυτό είναι ένα μήνυμα που δημιούργησε ο λαϊκός άνθρωπος όλων των τόπων και όλων των εποχών για να μπορέσει να αντιμετωπίσει δυσκολίες που ορθώνονταν απειλητικά μπροστά του, σε καιρούς που τα πράγματα ήταν πιο σκοτεινά από ό,τι τη σημερινή εποχή. Ήθελε να δώσει μια χαραμάδα ελπίδας.
Είναι ένα διαχρονικό μήνυμα που χαρακτηρίζει τον λαϊκό άνθρωπο, η αισιοδοξία ότι μπορεί να τα καταφέρει και η συνειδητοποίηση ότι όλα έρχονται για να περάσουν και τίποτα δεν μένει για πάντα το ίδιο. Έκανε την υπέρβαση.
Ξεκίναγε να πάει στο χωράφι και δεν ήξερε αν θα γυρίσει πίσω, αν θα τον φάει κανένα θηρίο, αν θα του έχουνε στήσει καρτέρι οι ληστές, αν θα τον πληρώσουν για τον κόπο του, αν θα μπορεί να ορίζει τη ζωή του, την τιμή του και την περιουσία του.
● Σήμερα είσαι ένας από τους πιο γνωστούς αφηγητές παραμυθιών. Πώς έγινε αυτό;
Είμαι της άποψης ότι τρώγοντας έρχεται η όρεξη. Στην αρχή είχα αρχίσει να μελετώ τα λαϊκά παραμύθια και να συλλέγω ιστορίες. Όσο ασχολείσαι με πράγματα που σε αφορούν, που μπαίνουν στην καρδιά σου, που σου δίνουν ιδέες και λύσεις και σου δημιουργούν ευχάριστη διάθεση τόσο περισσότερο αυτή η σχέση βαθαίνει, ωριμάζει και προχωράει.
Όσο περισσότερο έβγαινα μπροστά στο κοινό και καταλάβαινα, ανάλογα με τη συνθήκη, το πλαίσιο ή την ηλικία, τη δύναμη και τη λειτουργικότητα της αφήγησης τόσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο σημαντικό είναι για αυτούς που ακούνε αλλά και για μας που αφηγούμαστε.
Είναι για μένα ένας τρόπος άτυπης συνομιλίας με την κοινωνία, τον περίγυρό μου, μέσα από ένα υλικό που το δοκίμασε ο χρόνος και φαίνεται ότι μπορεί να «μιλά» και στον 21ο αιώνα, αρκεί να μπορεί να βρει κάποιος την κατάλληλη ιστορία· και όχι πολύ παλιές ιστορίες που είναι πολύ απλοϊκές για τη σύγχρονη ζωή.
● Κάποια στιγμή άρχισες να εκδίδεις και βιβλία με διάφορες θεματικές παραμυθιών.
Ναι, και άρχισα να κάνω και κάποια δικά μου εργαστήρια απευθυνόμενος κυρίως σε ανθρώπους που απευθύνονταν με τη σειρά τους σε ομάδες. Σε εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και θεραπευτές.
Έκανα και ένα μεταπτυχιακό στη λαογραφία με θέμα το παραμύθι και έχω αρχίσει και ένα διδακτορικό που αναζητά την ταυτότητα του αφηγητή.
● Πάντως για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα κόπηκε το νήμα της παράδοσης των παραμυθιών, ήταν κάτι πολύ γραφικό για τους ανθρώπους των πόλεων;
Η αφήγηση ήταν ένας τρόπος ζωής και μνήμης, να κρατήσουν την ταυτότητά τους κοινότητες ιθαγενών που χτυπήθηκαν αμείλικτα από την παρουσία των λευκών. Βλέπε, για παράδειγμα, τους Ινδιάνους στη Βόρεια Αμερική.
Ο πολιτισμός και ο ηλεκτρισμός, συγκεκριμένα, στη δυτική Ευρώπη και στο βόρειο ημισφαίριο έσπασαν αυτήν την κοινωνική συνοχή των κλειστών κοινοτήτων, σταμάτησε η ανάγκη να βρίσκονται συχνά οι άνθρωποι.
Κάποια στιγμή, βέβαια, επανήλθε από κάποιους ανθρώπους που ανακάλυψαν πάλι την αφήγηση ως σχέση επικοινωνίας.
Στην Ελλάδα αυτό έγινε καθυστερημένα γιατί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 η ελληνική επαρχία είχε τέτοιες σχέσεις, οπότε ουσιαστικά δεν δημιουργήθηκε η ανάγκη που είχε η δυτική Ευρώπη.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με τον Γαλλικό Μάη, έγινε μια προσπάθεια να ξαναανακαλύψουμε ήπιες μορφές εναλλακτικής ψυχαγωγίας χωρίς εντυπωσιασμούς και ακρότητες. Μόνο η ανάγκη του ανθρώπου να ακούσει και να στοχαστεί με απλό τρόπο.
Δημιουργήθηκαν ρεύματα αφήγησης, αγγλόφωνη αφήγηση, γαλλόφωνη και άλλες τάσεις που εξελίχθηκαν και χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες περιοχές.
Στα μέρη της Ανατολής εξακολουθούν να μαζεύονται οι άνθρωποι στις πλατείες και να λένε ιστορίες.
● Ξέρουμε ότι τα ίδια παραμύθια υπάρχουν σε πολλές παραλλαγές σε διάφορες χώρες, υπάρχει όμως ένα παραμύθι που δεν αλλάζει και είναι ίδιο;
Αυτό που χαρακτηρίζει το παραμύθι είναι μια υπόθεση κεντρική και όταν η ιστορία μεταφέρεται από τόπο σε τόπο παίρνει τα τοπικά χαρακτηριστικά και καθρεφτίζει τις συνήθειες και τις αντιλήψεις των λαών.
Άρα, μιλάμε για ένα είδος οικουμενικό, αλλά έχει εθνική ταυτότητα γιατί από τη μια υπάρχουν παραμύθια που αντανακλούν αντιλήψεις, θρησκευτικά «πιστεύω», φιλοσοφικές στάσεις, ήθη και έθιμα, αλλά και τον ίδιο καμβά.
Οι ιστορίες ταξιδεύουν παντού και άλλες από αυτές έχουν κάποια δημοφιλία και άλλες τις συναντά κανείς σε κάποιους πολιτισμικούς κύκλους.
Παράδειγμα: «Ο Αλή Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες» είναι η πιο διαδεδομένη ιστορία, όπως και η «Πεντάμορφη και το τέρας», δηλαδή η ιστορία της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας «Έρως και Ψυχή».
Δεν υπάρχει λαός στον κόσμο που να μην έχει μια παραλλαγή του «Έρωτα και της Ψυχής».
● Ταιριάζουν όλα τα παραμύθια σε όλους;
¨Εγινε το 2012 στην Ιταλία ένα διεθνές συνέδριο όπου κεντρικό θέμα ήταν η «Σταχτοπούτα», δηλαδή ο ορισμός της σχέσης μάνας - κόρης.
Στην Ελλάδα, η «Σταχτοπούτα» έχει τετρακόσιες παραλλαγές. Η «Κοκκινοσκουφίτσα» στη Γαλλία έχει πεντακόσιες παραλλαγές, ενώ στην Ελλάδα έχει μόνο τρεις. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν «περπάτησε» ο μύθος της, η υπόθεσή της, στην Ελλάδα.
Δημήτρης Προύσαλης Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με τον Γαλλικό Μάη, έγινε μια προσπάθεια να ξανα-ανακαλύψουμε ήπιες μορφές εναλλακτικής ψυχαγωγίας, χωρίς εντυπωσιασμούς και ακρότητες. Μόνο η ανάγκη του ανθρώπου να ακούσει και να στοχαστεί με απλό τρόπο | Βασίλης Μαθιουδάκης
● Το προτελευταίο βιβλίο σου έχει τον τίτλο «Παραμύθια ενάντια σε δύσκολους καιρούς» (εκδ. Εύμαρος), και επειδή εμείς στην Ελλάδα περάσαμε και περνάμε χρόνια κρίσης, μπορείς να μας πεις ένα τέτοιο παραμύθι;
¨Ενας ελέφαντας περπατάει μια μέρα σ’ ένα δάσος και σ’ ένα ξέφωτο βλέπει ένα κολιμπρί με την πλάτη στο χώμα και τα πόδια στον αέρα.
- «Τι κάνεις εκεί, βρε κολιμπρί;» το ρωτάει κι εκείνο του λέει: «Δεν έμαθες το μαντάτο, ελέφαντα;»
- «Ποιο μαντάτο;»
- «Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει».
«Και τι κάνεις εσύ με τα ποδάρια στον αέρα;»
-«Θέλω να κρατήσω τον ουρανό, να μη με πλακώσει».
«Ρε συ, κακομοίρη, με τέτοια λιανοπόδαρα θαρρείς πως θα κρατήσεις κοτζάμ ουρανό;»
- «¨Ακου να σου πω, ελέφαντα, εγώ αυτά τα ποδάρια έχω, μ’ αυτά θα τον κρατήσω».
Τα ποδάρια τα δικά μου είναι οι ιστορίες μου.
● Το τελευταίο βιβλίο σου είναι «Τα παραμύθια των μεταμορφώσεων» (εκδ. Απόπειρα). Τι είδους μεταμορφώσεις είναι;
Είναι μια θεματική συλλογή που προέκυψε από την 20ή Μαρτίου που είναι η «Παγκόσμια Μέρα Αφήγησης», γίνεται ένα φεστιβάλ στην Αθήνα, λέγεται «Μια πόλη παραμύθια».
Σε πέντε ηπείρους και σε σαράντα χώρες βγαίνουν παραμυθάδες κάθε χρόνο για να γιορτάσουν με ένα κεντρικό θέμα. Το θέμα του 2017 ήταν οι μεταμορφώσεις.
Κάθε χρόνο, βέβαια, όσοι παίρνουν μέρος σ’ αυτόν τον μαραθώνιο αφήγησης στα πλαίσια του φεστιβάλ αφήγησης "Αθήνα...μια πόλη παραμύθια¨", μαζεύουμε τα παραμύθια και βγαίνει μια θεματική έκδοση  με πρωτοβουλία δική μου.
Η συγκεκριμένη έκδοση του 2018 έχει παραμύθια με μεταμορφώσεις παροδικές, μόνιμες, όπου αλλάζει η υπόσταση του πρωταγωνιστή και άλλες φορές είναι επώδυνες, άλλες φορές ευεργετικές.
● Είσαι ο εμπνευστής μιας πολύ ωραίας προσπάθειας που γίνεται εδώ και κάποια χρόνια κάθε καλοκαίρι στο χωριό σου, τον Αϊ-Γιώργη στο Πήλιο…
Είναι η όγδοη χρονιά φέτος. Ξεκίνησε από τον Πολιτιστικό Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίου Γεωργίου Νηλείας «Κένταυρος» και την ΠΗΛΙΟΝ ΟΡΟΣ με τίτλο «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη» ένα φεστιβάλ παραμυθιών και ένα χωριό ολόκληρο απέκτησε ταυτότητα.
¨Ερχονται φίλοι των παραμυθιών και συνδυάζουν τις διακοπές τους με τον πολιτισμό. ¨Εχουμε ελεύθερη είσοδο σε όλες τις εκδηλώσεις και αναδεικνύουμε τις ομορφιές του πηλιορείτικου τοπίου, καλντερίμια, ξωκλήσια, λιοτρίβια, πλατείες, βρύσες, μουσεία, ανοίγουν αυλές ωραίων σπιτιών, σταθμοί του τρένου, για να υποδεχτούν ιστορίες και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα. Φέτος, είναι από τις 5 έως τις 12 Αυγούστου.
Το χωριό είναι 21 χιλιόμετρα από τον Βόλο και στα 700 μ. του Πηλίου, στο κέντρο του Παγασητικού.
● Επίσης είναι ο τρίτος χρόνος φέτος από το 2015 που παρουσιάζετε μια σημαντική δράση που δημιούργησε το Εθνικό Θέατρο.
Είναι μια καταπληκτική ιδέα, μια πρωτοβουλία του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, του Στάθη Λιβαθινού. Εδώ και τρία χρόνια μαζί με τον τραγουδοποιό και τραγουδιστή Φίλιππο Πλακιά, τα τελευταία δύο με συμπαραγωγή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, πηγαίνουμε σε δομές ευπαθών κοινωνικών ομάδων όλων των ηλικιών και λέμε ιστορίες με τραγούδια ανάλογα με τη δομή και τις ανάγκες της.
¨Εχουν διαμορφωθεί μέχρι τώρα γύρω στις 35 ιστορίες με πρωτότυπη μουσική και στίχους 140 τραγουδιών που έχει γράψει ο Φίλιππος και ο Δημήτρης Φιλελές.
Πήγαμε σε περιοχές που επλήγησαν από την οικονομική κρίση, σε άστεγους, πρόσφυγες, μετανάστες, ανθρώπους στην απεξάρτηση, σε μονογονεϊκές οικογένειες, σε κακοποιημένα παιδιά.
Το παραμύθι πηγαίνει εκεί για να απαλύνει λίγο τον πόνο τους και να τους κάνει να χαμογελάσουν.
● Από τα τρία χρόνια που πηγαίνετε σ’ αυτούς τους ανθρώπους έχεις κρατήσει κάποιες ιδιαίτερες στιγμές;
Αυτό που δεν θα ξεχάσω είναι τον Γενάρη του ’17, που βρεθήκαμε έξω από μια δομή στο Ψυχικό, σε μια Αθήνα χιονισμένη, που φιλοξενούσε έφηβες σε απεξάρτηση και, όταν αρχίσαμε να λέμε την ιστορία με «τα ρούχα της αλήθειας», ξαφνικά είδαμε το κοινό να δακρύζει και να κλαίει, ήταν πάρα πολύ συγκινητικό και για μας.
¨Οπως είπαμε με τον Φίλιππο, μετά, με δυσκολία κρατηθήκαμε για να μην κλάψουμε κι εμείς.
Κανονικά ο καλλιτέχνης, ο φορέας της δράσης, πρέπει να είναι ουδέτερος για να μπορεί να ανταπεξέλθει. Αυτή ήταν μία από τις πιο δύσκολες στιγμές. Μία από τις πολλές που θα μου μείνουν αξέχαστες.
● Δημήτρη, είναι εύκολο να "επιβληθεί" ένας παραμυθάς στο κοινό του;
Αυτό που πρέπει να έχει στο μυαλό του ο κάθε παραμυθάς είναι ότι είναι εκεί για να μπορέσει να φύγει η ιστορία από αυτόν και να ακουμπήσει έστω έναν άνθρωπο από το κοινό.
Αυτό που οφείλει κάθε φορά να κάνει είναι να υπηρετεί την ιστορία και να θυμάται ότι ο ίδιος είναι μόνο μια στιγμή από το ταξίδι της ιστορίας στον χρόνο.
Θα πρέπει να τιθασεύσει τους εγωισμούς του και να μη θεωρεί ότι αυτός έχει την κεντρική θέση.
Όταν είναι ειλικρινής και ανοίγει την καρδιά του, τότε το κοινό μπορεί να κερδηθεί.
 Ποια είναι η βασική διαφορά μεταξύ του παραμυθιού και του ψέματος;
Θα απαντήσω με τα λόγια του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: «Τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους μάς βοηθάνε να υπεκφεύγουμε τις δυσκολίες της ζωής, ενώ τα ψέματα που λένε τα παραμύθια μας βοηθάνε να τις αντιμετωπίζουμε».
● Εσείς, οι σύγχρονοι παραμυθάδες, κλείνετε ακόμα τις ιστορίες σας με το «και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»;
Αντέχει ακόμα στον χρόνο αυτό, αλλά ανάλογα με τον παραμυθά και το κοινό μπορεί η ιστορία να κλείσει αλλιώς.
Για παράδειγμα, την ιστορία όπου κάποιος ξεκίνησε να αναζητήσει το όνειρό του στην Ιερουσαλήμ και δεν έβλεπε τις λεμονιές στον κήπο του, εγώ την τελειώνω λέγοντας: «Όποιος έχει κήπο ή μια γλάστρα πιο μεγάλη στο μπαλκόνι του, ας φυτέψει μια λεμονιά, δεν ξέρει κανείς τι μπορεί να κρύβει από κάτω».
● Δημήτρη, τελειώνοντας θα μας πεις ποιο ήταν το πρώτο παραμύθι που άκουσες εσύ;
Γεννήθηκα τη δεκαετία του 1960 στην Ολλανδία, όπου είχαν πάει οι γονείς μου για να βρουν μια καλύτερη τύχη, μέναμε κοντά στο Ρότερνταμ, και θυμάμαι τη δασκάλα μας στο Δημοτικό να μας λέει πάντα για έναν μικρούλη ποντικό, ο οποίος οδηγούσε ένα ποταμόπλοιο, στο «Ματζούρονταμ», που είναι μια περιοχή που έχει την Ολλανδία-το Άμστερνταμ- σε μικρογραφία, κανάλια, σπίτια κ.λπ.
Θυμάμαι λοιπόν να είμαι πάντα δίπλα του στο τιμόνι και να βλέπω τον κόσμο μέσα από εκείνα τα παραθυράκια του ποταμόπλοιου.
Δεν θυμάμαι ποια ήταν η πρώτη ελληνική ιστορία που άκουσα, αλλά μου λέγανε οι θειάδες μου στο χωριό τα καλοκαίρια: «Εσύ που γυρίζεις αργά από τις ντισκοτέκ τα βράδια, να έχεις τον νου σου στα σταυροδρόμια, μην τυχόν και γυρίσεις αν ακούσεις γυναικείες φωνές να φωνάζουν το όνομά σου, γιατί είναι αυτές οι ξωθιές, οι νεράιδες, και άμα απαντήσεις θα σου πάρουν το μυαλό και θα γυρίζεις τρελός στο χωριό, όπως γυρίζει σήμερα ο Γιώργος του Μπιγιάζη».
Ο Μπιγιάζης ήταν ένας άνθρωπος με συμπεριφορά περίεργη και ακατάληπτο λόγο, που λέγανε πως έχασε τα λογικά του από μια νεράιδα.
Έντυπη έκδοση

Μάρτιος 2018

Συνέντευξη στην ηλεκτρονική Η ΠΟΛΗ ΖΈΙ






1.      Ποιο είναι το πρώτο παραμύθι που θυμάσαι από τα μικρά σου χρόνια;

ΑΠ. Θυμάμαι πάντα την ιστορία που μου έλεγε ο πατέρας μου, όταν μαλώναμε συχνά με τον αδερφό μου. Είναι η ιστορία των αδερφών με το δεμάτι που λέει ότι ένας πατέρας βλέπει τα πέντε παιδιά του να μαλώνουν κι επειδή δεν πιάνουν τόπο οι συμβουλές του και τα λόγια του πάνε χαμένα, τους στέλνει στο δάσος να του φέρουν ο καθένας μια βέργα. Τους προτρέπει να τις δέσουν όλες μαζί και καλεί τον καθένα να σπάσει το δεμάτι. Αυτοί αποτυγχάνουν κι ύστερα τους ζητά να λύσουν το δεμάτι και να σπάσουν τη βέργα τους. Σπάνε όλοι τις βέργες τους και τους λέει: «Όσο είστε αγαπημένοι και μονιασμένοι-μαζί-κανένας δε θα μπορέσει μήτε να σας σπάσει μήτε να σας λυγίσει. Όσο είστε ο καθένας μόνος του και μαλωμένοι, θα σας κάνουνε κομμάτια…» Είναι μια ιστορία από τον Αίσωπο, διαχρονική που αργότερα έγινε λαϊκό παραμύθι.

2.      Έκλαιγες με κάποιο; Γέλαγες; και ποιο μισούσες;

ΑΠ. Τα παραμύθια με έκαναν πάντα να σκέφτομαι. Μου επέτρεπαν να ταξιδεύω μαζί με τους ήρωες και να ζω κι εγώ τις περιπέτειές τους. Δεν υπήρχε μήτε φόβος μήτε θυμηδία, παρά μονάχα η αίσθηση πως όλα μπορούν να συμβούν, πως όλα είναι δυνατά κι αυτό δυνάμωνε και τις δικές μου προσπάθειες σε οτιδήποτε έκανα ή με δυσκόλευε. Μου έδιναν τη δυνατότητα να βλέπω τη δική μου πραγματικότητα με άλλα μάτια και με μεγαλύτερη ασφάλεια. Υπάρχουν όμως ιστορίες που μπορεί να σε φορτίσουν σε μεγαλύτερη ηλικία όταν τις συνδέεις με την προσωπική σου εμπειρία σε ένα επίπεδο μεταφορικό.

3.      Όταν ήσουν είκοσι ή τριάντα χρονών είχες σκεφτεί ποτέ να αφηγείσαι παραμύθι;

ΑΠ. Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου πως θα είχα τη σχέση που έχω τώρα, με τη συνείδηση του φορέα-κουβαλητή της προφορικής παράδοσης, του ενεργητικού ενδιάμεσου που μπορούν οι ιστορίες του να επηρεάζουν ένα ακροατήριο. Όμως ως δάσκαλος εδώ και τριάντα χρόνια χρησιμοποιούσα αφηγηματικά μέσα στην τάξη το υλικό των παραμυθιών, συνδέοντάς το άτυπα με τη μαθησιακή διαδικασία και θυμάμαι πάντα εκτός τάξης στην καθημερινότητά μου να μεταφέρω στις παρέες μου περίεργα, χιουμοριστικά και ευτράπελα συμβάντα από όσα μου συνέβησαν μέσα ή έξω από την τάξη. Ο άνθρωπος είναι ζώο αφηγηματικό, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ιστορίες, αυτό είναι κάτι που συμβαίνει σε όλους μας. Σήμερα, μετά από 20 σχεδόν χρόνια ενασχόλησης με ένα απίστευτα ενδιαφέρον υλικό και ύστερα από 15 χρόνια αδιάλειπτης αφηγηματικής διαδρομής, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς παραμύθια σε επίπεδο μελέτης ή αφήγησης.

4.      Πότε το σκέφτηκες πρώτη φορά και πότε το έπραξες;

ΑΠ. Βρέθηκα πριν από είκοσι περίπου χρόνια, το 1999 να παρακολουθώ ένα συνέδριο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου κι εκεί άκουσα μια εισήγηση για την τέχνη της αφήγησης. Ύστερα βρέθηκα- από φιλομάθεια-σε ένα διήμερο εργαστήρι για την αφήγηση που με έφερε σε ένα ετήσιο βιωματικό σεμινάριο. Στην αρχή έλεγα πως δε με ενδιαφέρει διόλου η αφήγηση, παρά μονάχα να αποκτήσω ένα ακόμη εργαλείο για να κάνω τη δουλειά μου στην τάξη λίγο καλύτερη. Η μαθητεία την περίοδο 2002-2003 με οδήγησε αφηγηματικά σε χώρους με παιδιά που έχουν βιώσει δύσκολες καταστάσεις. Όταν είδα τι συνθήκη δημιούργησε εκεί η αφήγηση των παραμυθιών δεν σταμάτησα-εδώ και δεκαπέντε χρόνια-να αφηγούμαι με πρόθεση, με άποψη, με συγκρότηση, με δέος και ενθουσιασμό αλλά και με διαρκή αναστοχασμό.

5.      Πες μας λίγα για το θεσμό που έχεις στο Πήλιο

ΑΠ. Ήθελα πάντα να επιστρέψω κάτι σαν αντί-δώρο στο χωριό που γεννήθηκαν κι ανάσαναν οι δικοί μου, στον Άγιο Γεώργιο Νηλείας. Η ενασχόλησή μου με την αφήγηση με έφερε κοντά σε ανθρώπους του Πολιτιστικού Συλλόγου «Ο Κένταυρος» και οι αρχικές βραδιές αφήγησης του Αυγούστου από μένα έφερναν όλο και πιο πολύ κόσμο στις συναντήσεις. Έπεσε μια ιδέα να γίνει ένα δοκιμαστικό φεστιβάλ τριήμερης διάρκειας που έφερε στο χωριό εξακόσια άτομα το 2011. Ύστερα τολμήσαμε να επεκτείνουμε το φεστιβάλ «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη» και να το κάνουμε επταήμερο και αισίως βρισκόμαστε το 2018 να ετοιμαζόμαστε για την όγδοη διοργάνωση μαζί με τη συνεργασία και ενός άλλου τοπικού φορέα, της ΠΗΛΙΟΝ ΟΡΟΣ. Στην πορεία αυτή όλο το χωριό στήριξε και υποστηρίζει κάθε φεστιβάλ αφού προσφέρει δωμάτια για τους προσκεκλημένους αφηγητές και τους επιστήμονες που έρχονται να πάρουν μέρος αλλά προσφέρει και χορηγίες σε είδος για τους εθελοντές που έρχονται να βοηθήσουν στη λειτουργία του φεστιβάλ. Οι εκδηλώσεις περιλαμβάνουν προφορικές αφηγήσεις για μικρούς και μεγάλους, διαδρομές με τον τοπικό συρμό, τον Μουντζούρη, Θερινό Σχολείο Παραμυθιών με εισηγήσεις πανεπιστημιακών κι ειδικών, προβολές ταινιών, καλλιτεχνικές εκθέσεις, τιμητικές εκδηλώσεις-αφιερώματα και εργαστήρια. Αφηγούνται Έλληνες αφηγητές αλλά και ξένοι που έρχονται με την υποστήριξη των Πρεσβειών τους και πολιτιστικών φορέων από τις πατρίδες τους. Εμείς αναδεικνύουμε τις φυσικές ομορφιές του χωριού μας και ο κόσμος χαίρεται με τα παραμύθια τις διακοπές του συνδέοντάς τες με τον πολιτισμό. Η είσοδος είναι δωρεάν για το κοινό.

6.      Δημιουργείς δικά σου παραμύθια;

ΑΠ. Έχω γράψει μια παιδική ιστορία δικής μου επινόησης με τίτλο: «Ο γαϊδαράκος των Χριστουγέννων» από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ που είναι γραπτή λογοτεχνία για την παιδική ηλικία, αλλά οι ιστορίες που αφηγούμαι προέρχονται όλες από την προφορική παράδοση των λαών του κόσμου. Με ενδιαφέρει ένα υλικό που να το έχει δοκιμάσει ο χρόνος, να είναι ανώνυμο και προφορικής παράδοσης, να έχει υποστεί συλλογικές προβολές και να μιλάει διαχρονικά ακόμη και για τον αιώνα που ζούμε ή για εκείνους που θα έρθουν. Υπάρχει δημιουργικό στοιχείο πάντα στην αφήγηση, ποτέ δεν μεταφέρεις όσα συναντάς αυτούσια-όπως είναι-δεν μαθαίνεις κείμενο απέξω. Στην ουσία δεν υπάρχει κείμενο, αλλά μια βασική υπόθεση που ταξιδεύει και αφού σε συγκινεί, αναλαμβάνεις την ευθύνη να την μοιραστείς σε όσους πιστεύεις πως μπορεί να τους αφορά εν δυνάμει μελετώντας με προσοχή τον κόσμο από όπου έρχεται η ιστορία και κρατώντας τα μηνύματα που κουβαλάει ξεκάθαρα. Εμείς πρέπει τις ιστορίες να τις σεβόμαστε αφού εμείς είμαστε μια στιγμή από το ταξίδι τους στο χρόνο. Δεν έχουμε δικαίωμα να τις υπονομεύσουμε παρά μονάχα με την ποιότητά μας και μέσα από την αλήθεια τους να τις υπηρετήσουμε, να τις βοηθήσουμε να συνεχίσουν να ταξιδεύουν και να αλλάζουν τα μέσα και τα έξω των ανθρώπων.
7.      Ορισμένα κλασικά παραμύθια χρειάζεται να εκσυγχρονιστούν; Το έχεις επιχειρήσει;
ΑΠ. Τα λαϊκά παραμύθια έρχονται από ένα μεγάλο βάθος χρόνου και καθρεφτίζουν τις εποχές μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν. Δεν μπορούν παρά να κουβαλούν τις αντιλήψεις των κοινωνιών που τα εξέθρεψαν και να αντανακλούν όλο τον πνευματικό κόσμο των ανθρώπων του χτες. Αν μάλιστα αφηγούμαστε παραμύθια από άλλους πολιτισμούς τότε χρειάζεται και η γνώση των κοινωνιών από όπου προέρχονται για να μπούμε στο ζουμί των νοημάτων τους και να κατανοήσουμε το πλέγμα των σχέσεων που παρουσιάζουν. Αυτό που τα κάνει ενδιαφέροντα είναι πως εξακολουθούν να μιλάνε για την καρδιά της ανθρώπινης ύπαρξης, τον πυρήνα του λαϊκού ανθρώπου που κουβαλάμε συνειδητά ή ασυνείδητα μέσα μας: Θέλουμε την αποδοχή του άλλου, την ανάγκη να αναγνωρίζουν τον κόπο μας και να ζούμε με αξιοπρέπεια από αυτόν, μια ισορροπημένη σχέση με όσους αγαπούμε, μια υγιή οικογένεια, την ασφάλεια του οίκου μας και του διπλανού μας, την ισότιμη αντιμετώπιση από τους άλλους, την κοινωνική δικαιοσύνη κλπ. Κατά την άποψή μου τα παραμύθια δεν μπορούν να γίνουν κάτι άλλο από αυτά που δηλώνουν. Επειδή όμως δεν είναι μήτε ανώδυνα μήτε ουδέτερα, κάθε φορά που θα αποφασίσουμε να αφηγηθούμε κάποιο θα πρέπει να μελετήσουμε καλά τον κόσμο τους. Δεν μπορεί να γίνει εκσυγχρονισμός-μπορεί άραγε να  «εκσυγχρονίσει» κανείς τα ρεμπέτικα τραγούδια;- αλλά ενδεχομένως μια μικρή παρέμβαση μυθοπλαστικής φύσης που να μην τα υπονομεύει στα μηνύματα που κουβαλούν.
Έχω παρέμβει σε παραμύθι λαϊκό δίνοντας έναν άλλο τόνο στη ροή της ιστορίας σύμφωνα με νεώτερες αντιλήψεις αλλά δίχως να υπονομεύω το μήνυμά της: ¨Ενας ποντικοβασιλιάς θέλει να παντρέψει την κόρη του με τον πιο δυνατό γαμπρό μέχρι που καταλαβαίνει πως ο πιο δυνατός είναι οι  ποντικοί αφού περάσει από τον ήλιο, το σύννεφο, τον αέρα, τον πύργο. Εγώ ξεκινώ την ιστορία από την ποντικοβασιλοπούλα που πηγαίνει να επισκεφτεί τον πατέρα της για να του ανακοινώσει ποιον αγαπά-τον ποντικό  Γκριζομούρη. Ο ποντικοβασιλιάς αρνείται να την παντρέψει με έναν τόσο ταπεινής καταγωγής γαμπρό και της προτείνει τον πιο δυνατό.  Η ιστορία έχει την ίδια διαδρομή αλλά στο τέλος αποδεικνύεται πως πιο δυνατοί είναι οι ποντικοί που έχουν αρχηγό τον Γκριζομούρη. Ο πατέρας παραδέχεται πως η κόρη του έχει δίκιο, δέχεται την επιλογή της, γίνεται γάμος και  δίνει και το θρόνο στον γαμπρό του.

8.      Είναι αλήθεια πως ορισμένα παραμύθια και μάλιστα κλασικά έχουν άλλο τέλος από αυτά που ξέραμε;

ΑΠ. Ο σύγχρονος κόσμος γνωρίζει τα τελευταία σαράντα χρόνια τα παραμύθια μέσα από τις μεταφορές τους στον κινηματογράφο και την ταύτισή τους με την παιδική ηλικία ή τις λογής-λογής θεατρικές προσαρμογές και διασκευές.  Αυτή η «αποπαίδωση» των υποθέσεων για να γίνουν ελκυστικά στο ευρύ καταναλωτικό κοινό μιας διευρυμένης ηλικιακής έκτασης, έβαλε το υλικό τους στη λογική της προκρούστειας προσέγγισης και του «στρογγυλέματός» τους. Τα κλασικά παραμύθια έχουν μια τελείως διαφορετική ατμόσφαιρα και ορισμένα τελειώνουν διαφορετικά πχ παραλλαγές της Κοκκινοσκουφίτσας στη Γαλλία ή παραλλαγές της Σταχτοπούτας στην Ελλάδα όπου η ιστορία ξεκινάει με κανιβαλισμό-συμβολικό στοιχείο- και ηρωίδα δοκιμάζεται σε ένα δεύτερο μέρος και ως σύζυγος.

9.      Οι μύθοι του Αισώπου είναι παραμύθια; Ποια η διαφορά μύθου και παραμυθιού;
ΑΠ. Οι μύθοι του Αισώπου ανήκουν στην κατηγορία των διδακτικών ιστοριών. Φτιάχτηκαν με σκοπό να διδάξουν και αφορούν στην πλειονότητά τους ένα ενήλικο κοινό. Αποδίδονται στον Αίσωπο ένα πρόσωπο του 7ου πΧ του οποίου η ύπαρξη αμφισβητείται αφού η πρώτη βιογραφία του γράφεται τον 14ο μΧ αιώνα από τον Βυζαντινό Μάξιμο Πλανούδη και οι ιστορίες του καταγράφονται για πρώτη φορά τον 3ο πΧ αι. από τον Αθηναίο Δημήτριο τον Φαληρέα. Ο Μύθος που δεν είχε διδακτική βάση αλλά καθαρά θρησκευτική ήταν ιερός, πιστευτός και οδηγός ζωής. Λειτουργούσε ως αιτιολογικός προσπαθώντας να βάλει το χάος του κόσμου σε τάξη για τον παλιότερο άνθρωπο αλλά είχε ακόμη υπόσταση κοσμογονική, πολιτιστική, λατρευτική ή φυσική με ήρωες κυρίως θεούς ή ημίθεους σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία τραγικότητας στην οποία οι πρωταγωνιστές δεν μπορούσαν να παρέμβουν. Άλλες φορές εξηγούσαν τη γέννηση του κόσμου, άλλες τα τελετουργικά λατρευτικών εκδηλώσεων, άλλες τη λειτουργία του φυσικού κόσμου και άλλες την προέλευση πολιτισμικών εκδηλώσεων, καταγωγών κλπ. Στο παραμύθι, που είναι είδος μη πιστευτό, οι ήρωες είναι καθημερινοί άνθρωποι, παρεμβαίνουν στη μοίρα τους και η ύπαρξη του έχει πρώτιστο λόγο την ψυχαγωγία αλλά και πολλές παράλληλες λειτουργίες με χαρακτήρα σκωπτικό, συμβουλευτικό, υποστηρικτικό κλπ. Πολλές φορές μπορεί να συναντήσει κανείς αντανακλάσεις μυθικών και μυθολογικών στοιχείων στα λαϊκά παραμύθια ενώ σύμφωνα με τις απόψεις θεωρητικών μελετητών τα -μαγικά-παραμύθια αποτελούν πρώην μύθους που εξέπεσαν και αποϊεροποιήθηκαν και από ξεχωριστό είδος απέκτησαν μια καθημερινότητα, έγιναν πιο προσεγγίσιμα.

10.  Γιατί να ακούσει κανείς, σήμερα στην εποχή μας με τα τόσο σύνθετα προβλήματα παραμύθια λαϊκά;

Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένας δρόμος πάνω στο χάρτη της ανθρώπινης εμπειρίας. Μας υπενθυμίζουν, χωρίς να ηθικολογούν και χωρίς καμία υπεροψία παντογνωσίας, πώς να παραμείνουμε άνθρωποι σε μια εποχή που σε πιέζει όλο και περισσότερο να το ξεχάσεις. Μας ψιθυρίζουν πόσο όμορφο είναι να είσαι άνθρωπος και ταυτόχρονα πόσο δύσκολο είναι να κρατάς την ανθρωπιά σου, παλεύοντας με τις σκοτείνιες που κουβαλάμε όλοι στην προσπάθειά μας να αναζητήσουμε το φως. Γιατί με έναν πολύ απλό και άμεσο τρόπο έχουν μιλήσει για το σύνολο των θεμάτων που αφορούν τις  σχέσεις του ανθρώπου από άκρη σε άκρη πάνω στη γη, μιλώντας πέρα από χρώματα, από θρησκείες, από γλώσσες και από σύνορα και αναδεικνύουν την ενότητα του κόσμου.

11.  Ποια είναι η δική σου σχέση με τα λαϊκά παραμύθια;

Είμαι αφηγητής λαϊκών παραμυθιών και μελετητής τους. Ερευνώ, συλλέγω και καταγράφω παραμύθια της προφορικής παράδοσης όπου βρεθώ και σταθώ και έχω συμμετάσχει σε πολλά πανελλήνια, ελλαδικά και διεθνή συνέδρια με εισηγήσεις σχετικές με τα λαϊκά παραμύθια και την αφήγησή τους οι οποίες έχουν δημοσιευτεί σε σχετικά πρακτικά συνεδρίων. Έχω κάνει ένα μεταπτυχιακό στην κατεύθυνση «Λαογραφία και Πολιτισμός» του ΕΚΠΑ με θέμα διπλωματικής «Ο λαϊκός λόγος στη σύγχρονη αφήγηση: Η περίπτωση των λαϊκών παραμυθιών» και είμαι υποψήφιος διδάκτοράς του με θέμα: «Αναζητώντας την ταυτότητα του αφηγητή: Από τους λαϊκούς παραμυθάδες στους σύγχρονους ιστορητές». Έχω επιμεληθεί και εκδώσει 12 βιβλία με παραμυθολογικό περιεχόμενο (συλλογές, πρακτικά συνεδρίων, συνεντεύξεις) και έχω την καλλιτεχνική διεύθυνση δύο φεστιβάλ αφήγησης στο Πήλιο και την Αθήνα, ενώ υπό την ευθύνη μου λειτουργεί τα τελευταία δύο χρόνια η Λέσχης Αφήγησης «Μοιράσου κι εσύ μιαν ιστορία» σε κεντρικό βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Είμαι ταυτόχρονα ο επιστημονικός εκπρόσωπος της Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη». Οργανώνω εργαστήρια για την τέχνη της αφήγησης και μεγαλώνω την κόρη μου με παραμύθια και τοποθετούμαι για όσα συμβαίνουν γύρω μου με παραμύθια για να έχει ο λόγος μου βαρύτητα.
12.  Συγκινείσαι από την συγκίνηση των άλλων ή από το ίδιο το παραμύθι;
ΑΠ. Η συνάντηση με κάθε ιστορία είναι από μόνη της μια συγκινητική στιγμή καθώς αντιλαμβάνεσαι πόση σοφία μπορεί να κρύβεται στον λόγο αγνώστων, κατά κανόνα αμόρφωτων-εκτός εκπαίδευσης- ανθρώπων. Εκπλήσσεσαι από την ευρύτητα των θεμάτων που έχουν τεθεί από τόσο παλιά αλλά εξακολουθούν να έχουν διαχρονική λειτουργία κι έρχονται να σε συναντήσουν από τις άκρες του κόσμου. Η ίδια η επιλογή  της ιστορίας δεν είναι τυχαία αφού κάτι μιλάει μέσα σου, σε κάποιο επίπεδο σε συν-κινεί ψυχοδυναμικά με αυτά που κουβαλάει, τόσο πολύ που θα σκάσεις αν δεν την αφηγηθείς. Υπάρχουν στιγμές που το ακροατήριο-οι συνταξιδευτές μου-δημιουργούν τέτοια ατμόσφαιρα, που απομένεις εκστατικός. Εγώ είμαι εκεί όμως για να πω την ιστορία, πρέπει να λειτουργήσω ουδέτερα για να μην τους «επιβάλω» τη δική μου φόρτιση. Πολλές φορές τα μηνύματα των παραμυθιών, στο τελείωμά τους, με συγκινούν ιδιαίτερα. Εκεί ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό αλλά έχω μάθει να το διαχειρίζομαι. Ο καθένας από το κοινό πρέπει να έχει την ελευθερία να νιώσει τα δικά του συναισθήματα, να προστατευτεί από τις όποιες προβολές του παραμυθά. Πρόσφατα μέσα από ένα πρόγραμμα  κοινωνικής δράσης του Εθνικού Θεάτρου σε συμπαραγωγή με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά «Παραμύθια από την Ομόνοια στο Λιμάνι» -που βρίσκεται σε εξέλιξη για τρίτη συνεχόμενη χρονιά- για δομές ευπαθών κοινωνικών ομάδων της ευαίσθητης παιδικής ηλικίας και όχι μόνο αυτής, βρεθήκαμε με τον μουσικό Φίλιππο Πλακιά σε μια δομή υποστήριξης και απεξάρτησης για γυναίκες άνω των 18 ετών για να αφηγηθούμε λαϊκά παραμύθια. Λέγοντας το παραμύθι της Αλήθειας είδαμε κάμποσες κοπέλες να δακρύζουν και να κλαίνε και με δυσκολία συγκρατηθήκαμε.

13.  Αφηγείσαι πάντα με έναν τρόπο ή το αλλάζεις ανάλογα την περίσταση;
ΑΠ. Ο τρόπος είναι ένας, κι έχει ειλικρίνεια, αλήθεια, οικειότητα, νοιάξιμο για το υλικό που πρέπει να παραδοθεί αλλά και για όσους είναι εκεί για να το παραλάβουν. Το ύφος μονάχα αλλάζει ανάλογα με την υπόσταση της ιστορίας, το πλαίσιο στο οποίο κινείται. Δραματικό, ερωτικό, χιουμοριστικό, επικό, φιλοσοφικό, αυτό που στην Ινδία αποκαλούν «ράζα». Προσπαθώ να βρεθώ στο μεδούλι της ιστορίας για να μπορέσω να το αφηγηθώ όπως του πρέπει. Άλλο ύφος έχει ένα γιαπωνέζικο παραμύθι, άλλο ένα αραβικό, άλλο ένα ινδιάνικο και κάθε ιστορία έχει τις δικές της αφηγηματικές απαιτήσεις. Δεν φτάνει να βρεθείς μπροστά στο κοινό με μια ιστορία, πρέπει να ξέρεις καλά τι αφηγείσαι, πώς θα το αφηγηθείς, από πού προέρχεται, τι κώδικες κουβαλάει, σε ποιους θα το απευθύνεις, για ποιόν λόγο και με ποιο σκοπό αλλά να ξέρεις και τη δική σου θέση μέσα σε όλο αυτό. Όλα τα παραπάνω θεωρώ πως επηρεάζουν και τον τρόπο αφήγησης.

14.  Συστηματοποιείς όσο μπορείς τα παραμύθια των λαών, δηλαδή αντανακλούν τα χαρακτηριστικά τους στα παραμύθια;

ΑΠ. Σύμφωνα με τις απόψεις μελετητών και ειδικών τα παραμύθια αποτελούν τον καθρέφτη της ψυχής του κάθε λαού καθώς εκεί προβάλλονται και περιέχονται οι αντιλήψεις του, τα πιστεύω του, η φιλοσοφία ζωής, οι κώδικες κοινωνικής και προσωπικής ηθικής που ο κάθε λαός ακολουθεί και χαρακτηρίζεται από αυτά τα στοιχεία. Υπάρχει ακόμη ένας διεθνής κατάλογος ταξινόμησης που επιτρέπει στους επιστήμονες έναν κοινό άξονα- μια κοινή γλώσσα μελέτης και συνεννόησης μιας που τα λαϊκά παραμύθια διαθέτουν ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: Είναι ταυτόχρονα οικουμενικό υλικό, που φέρνει τους λαούς κοντά, αφού παρουσιάζονται κοινές υποθέσεις σε πολλά μήκη και πλάτη της γης, ενώ την ίδια στιγμή χτίζουν και διαμορφώνουν την εθνική ταυτότητα αφού μέσα στα παραμύθια αντανακλώνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε λαού ξεχωριστά. Εγώ πάντα συνηθίζω σε όλες μου τις συλλογές να συμπεριλαμβάνω σημειώσεις ανθρωπολογικού και λαογραφικού χαρακτήρα που φωτίζουν το υπόβαθρο δημιουργίας και κινητικότητας της κάθε υπόθεσης για να μπορεί κανείς να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των επιρροών αλλά και τα στοιχεία διαλόγου που ανοίγει η κάθε υπόθεση στο ταξίδι της στον κόσμο. Έτσι έρχεται στην επιφάνεια ο κρυμμένος πλούτος και αποκαλύπτεται μια διαδικασία συνεχών αλληλεπιδράσεων αλλά και παγιώσεων, διαμορφώσεων αλλά και μετασχηματισμών στην κίνηση της ιστορίας. Μια υπόθεση σαφώς επηρεάζεται από το κοινωνικό-οικονομικό και πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται, ανασαίνει και γίνεται αντικείμενο αναδιήγησης. Για παράδειγμα υπάρχει μια ιστορία που στην Κούβα είναι απόλυτα χιουμοριστική και σκωπτική για την ανθρώπινη συμπεριφορά απέναντι στον θάνατο αλλά η ίδια υπόθεση στην Κρήτη παρουσιάζεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα τραγικότητας.

15.  Έχεις κάποιο παραμύθι που ξεχωρίζεις, ένα που να αγαπάς περισσότερο;

ΑΠ. Κατά καιρούς έρχονται στο προσκήνιο διαφορετικές ιστορίες. Μια αγαπημένη μου τούτη την περίοδο-κι όχι άδικα-είναι η ιστορία με το κολυμπρί από την Ινδία: Ένας ελέφαντας μια μέρα κάνοντας βόλτα στο δάσος αντικρίζει ένα κολυμπρί με την πλάτη στο χώμα και τα πόδια στον αέρα. Το ρωτάει τι κάνει και το κολυμπρί αποκρίνεται ότι ακούστηκε μια είδηση πως θα πέσει ο ουρανός να τους πλακώσει κι εκείνο έχει στυλώσει τα πόδια για να τον κρατήσει. Ο ελέφαντας το κοροϊδεύει ρωτώντας το αν νομίζει πως με τέτοια ποδάρια μπορεί να κρατήσει κοτζάμ ουρανό και το κολυμπρί απαντά: «Εγώ τέτοια ποδάρια έχω, με αυτά θα τον κρατήσω». Μια αφρικάνικη παραλλαγή της μιλάει για ένα δάσος που κάποια μέρα ξεσπάει φωτιά κι όλα τα ζώα τρέχουν πανικόβλητα να σωθούν. Ένας ελέφαντας που οδηγεί το κοπάδι αντικρίζει κάτι παράξενο: Σε ένα ξέφωτο ένα κολυμπρί-το πιο μικρό πουλί στον κόσμο-ορμάει σε μια λακκούβα με νερό, παίρνει δυο στάλες νερό-τόσο χωράει το στόμα του-και χύνεται κόντρα στη φωτιά. Ρίχνει τις στάλες και κάνει ξανά και ξανά το ίδιο και το ίδιο. Ο ελέφαντας τον προτρέπει να φύγει καθώς δεν μπορεί να τα βάλει με το θεριό που κατακαίει τα πάντα και το κολυμπρί του απαντά: «Εγώ δεν ξέρω αν στο τέλος καταφέρω να σβήσω τη φωτιά, αλλά κάνω αυτό που μου αναλογεί!»

14.Τα δικά μας παραμύθια με ποια μοιάζουν;
ΑΠ. Τα ελληνικά παραμύθια έχουν πολλές ομοιότητες και πολλές διαφορές με αλλογενή παραμύθια. Αρκετά συχνά παρατηρεί κανείς μια διάθεση διδακτισμού που γενικά τα χαρακτηρίζει σε σύγκριση με τα παραμύθια των λαών της Ανατολής που αποπνέουν μια βαθιά φιλοσοφική διάθεση για την ίδια τη ζωή. Έχουν όμως ιδιαιτερότητες τα ελληνικά παραμύθια καθώς αποπνέουν μια θετική αντίληψη και στάση για την αντιμετώπιση της καθημερινότητας, δείγμα του ελληνικού λαού που στη διαχρονία της ύπαρξης και κατοικίας του σε αυτόν εδώ τον τόπο κλήθηκε πολλές φορές να σταθεί απέναντι σε τεράστιες δυσκολίες και αρνητικότητες με αισιοδοξία. Από κει και ύστερα παρατηρεί κανένας αρκετές ομοιότητες τόσο σε επίπεδο περιεχομένου υποθέσεων, σε ορισμένα μοτίβα όσο και σε τεχνικό επίπεδο ανάμεσα στους λαούς της μεσογειακής ζώνης στον άξονα Μικρά Ασία- Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία πιθανά και λόγω των μετακινήσεων πληθυσμών ιστορικά. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι πως συναντούμε κοινά θέματα σε λαούς που ποτέ δεν γειτνίαζαν ή δεν κινήθηκαν στις ίδιες ιστορικά εποχές ή δεν έχουμε πληροφορίες για επαφές μεταξύ τους και εμπορικές συναλλαγές.
15.Αφηγούνται παραμύθια στις άλλες χώρες;
ΑΠ. Η αφήγηση είναι μια πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου από την εμφάνιση του στη γη μέχρι τότε που θα υπάρχει άνθρωπος, δηλαδή να ακούει κάποιος και να λέει ιστορίες. Υπάρχουν ακόμη και σήμερα γωνιές του κόσμου όπου κυριαρχεί η προφορικότητα, άρα οι λαϊκοί παραμυθάδες είναι στο προσκήνιο, ζωντανό κομμάτι της κοινωνικής οργάνωσης ζωής και πρακτικής. Το φαινόμενο των «νεοαφηγητών» ξεκίνησε από τη στιγμή που η κλειστή αγροτική κοινότητα δέχτηκε την επιρροή και τις πιέσεις μιας κατακλυσμιαίας εφόρμησης του «πολιτισμού» μέσα από τον εκσυγχρονισμό. Διαλύθηκε η παλιά κοινωνική συνοχή, η συλλογική διαχείριση του χρόνου, ο κύκλος της ετήσιας ζωής μέσα από τις αγροτικές ασχολίες και το εορτολόγιο της θρησκείας που δημιουργούσαν ένα πλαίσιο. Οι παραμυθάδες κυρίως στο δυτικό κόσμο άρχισαν να εξαφανίζονται και να αντικαθιστούνται από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, τον κινηματογράφο. Όμως η αφήγηση αποτέλεσε κι έναν τρόπο να κρατηθούν ζωντανές οι ταυτότητες ομάδων εθνοτικών. Οι αυτόχθονες Ινδιάνοι της Αμερικής ύψωσαν τείχος αντίστασης απέναντι στην αλλοτρίωση του λευκού κατακτητή έποικου κρατώ-ντας την προφορική τους παράδοση από γενιά σε γενιά. Αργότερα οι νέες συνθήκες στις πόλεις δημιούργησαν μετά τον Μάη του 68 την ανάγκη αναζήτησης μιας εναλλακτικής μορφής ψυχαγωγίας, μέσα από την ήπια ατμόσφαιρα που έφτιαχνε η συνάντηση ανθρώπων σε παρέες με αφορμή την αφήγηση ιστοριών παλιών και η αίσθηση του «ανήκειν» και «μοιράζεσθαι» αναδύθηκε ξανά. Σήμερα στο δυτικό κόσμο υπάρχει μια έντονη κινητικότητα. Στη Γαλλία υπάρχουν 8.000 αφηγητές, στη Γερμανία περίπου 2.000, στην Αγγλία κινούνται περίπου 1.000 άνθρωποι, στο Βέλγιο 600. Μόνο στο Μόντρεαλ του Καναδά υπάρχουν 150 αφηγητές, όταν σε όλη την Ελλάδα δεν ξεπερνούν συνολικά -μετά βίας-τους 50. Άλλοι είναι επαγγελματίες και ζουν αποκλειστικά από την αφήγηση και τα εργαστήρια που κάνουν, άλλοι έχουν μια ημιεπαγγελματική σχέση και άλλοι είναι ερασιτέχνες.
16. Πώς κρίνεις την τηλεοπτική ή κινηματογραφική απόδοση των παραμυθιών;
ΑΠ. Υπάρχει πάντα μια δυσκολία στην μεταφορά-απόδοση της τριτοπρόσωπης αφήγησης σε εικόνα. Ο προφορικός λόγος υπηρετεί και εκφράζεται μέσα από διαφορετικούς κώδικες σε σχέση με την οπτική προσέγγιση. Οι εικόνες που φτιάχνει το λαϊκό παραμύθι είναι προσωπικές-του καθένα που θα ακούσει την ιστορία και θα ταξιδέψει νοερά. Οι εικόνες από μεταφορά του λόγου είναι του σκηνοθέτη που μας «επιβάλλει» τη δική του φαντασιακή σύλληψη. Ο ίδιος ο λαϊκός λόγος έχει άτυπες τεχνικές ροής, συμπύκνωσης και συμπερίληψης, γενίκευσης και απλούστευσης, λεκτικά σχήματα και μορφές που δεν μπορούν να αποδοθούν παρά μόνο μέσα από τις φράσεις. Πολλές φορές οι κινηματογραφικές αποδόσεις λειτουργούν ως διαστρεβλώσεις-παραποιήσεις που υπηρετούν κερδοσκοπικές ανάγκες. Για παράδειγμα αναφέρω την κινηματογραφική ταινία Grimm όπου οι σπουδαίοι για την προσφορά τους στη μελέτη των παραμυθιών Γερμανοί φιλόλογοι αδερφοί Γκριμμ παρουσιάζονται σαν κυνηγοί μαγικών πλασμάτων και μια πολύ σημαντική παραμυθιακή υπόθεση στενάζει κάτω από την παρουσία της Μόνικα Μπελούτσι ή μια πρόσφατη μεταφορά της Κοκκινοσκουφίτσας όπου ο λύκος είναι ο ίδιος της ο πατέρας που την απειλεί, υπονοώντας αιμομικτικές επιθυμίες. Στο λαϊκή εκδοχή δεν αναφέρεται καθόλου πατέρας αφού δεν τον αφορά το θέμα που διαπραγματεύεται η ιστορία, είναι μια σχέση ανάμεσα σε γυναίκες. Ο κινηματογράφος-κυρίως χολιγουντιανής προέλευσης- έχει πολλές φορές  δημιουργήσει εξαμβλώματα σε επίπεδο ιστορικών γεγονότων-αντανάκλασης της γραφής των επών, πχ η ταινία Troy (Τροία) όπου ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Αγαμέμνονα μέσα στην Τροία, τη μέρα της κατάληψής της κι ο ίδιος σκοτώνεται εκεί από τον Πάρη. Η μυθοπλασία είναι αναγκαίο στοιχείο εμπλουτισμού αλλά όταν παραποιεί και διαστρέφει τότε γίνεται υπονομευτικό στοιχείο στα χέρια ανίδεων και αδιάβαστων άρα επικίνδυνων ανθρώπων ή ομάδων. Από την άλλη υπάρχουν εξαιρετικές μεταφορές σε επίπεδο τηλεοπτικών σειρών όπως το Once upon a time (Μια φορά κι έναν καιρό…)-που προβλήθηκε μόνο στις ΗΠΑ, με αντανάκλαση γνωστών παραμυθιακών υποθέσεων σε σύγχρονο επίπεδο.

17. Υπάρχουν συντηρητικά και προοδευτικά παραμύθια;

ΑΠ. Κατά την άποψή μου τα λαϊκά παραμύθια δεν μπορούν να έχουν τέτοιους διαχωρισμούς που είναι νεωτερικής αντίληψης και αφορούν σε άλλα περιβάλλοντα.  Σίγουρα επειδή αντανακλούν την πνευματικότητα άλλων εποχών και παλιότερων κοινωνιών παρουσιάζουν στερεότυπα. Όμως θα έλεγα πως πολλές φορές παρουσιάζεται έντονα το στοιχείο της αντίθεσης που διακρίνει τον λαϊκό άνθρωπο. Υπάρχουν πχ αραβικά παραμύθια όπου η θέση της γυναίκας είναι συγκεκριμένη και μια τυχαία συνάντηση μιας κοπέλας με έναν άντρα άγνωστο σε κοινό χώρο οδηγεί στην ατιμωτική εκδίωξή της από την πατρική εστία και επισείει την ποινή του θανάτου, αλλά στον ίδιο λαό συναντάμε ιστορίες που σε στιγμές κρίσης και κινδύνου, όπου υπάρχει παρουσία ηρώων αντρικού και γυναικείου φύλου η συμβουλή της ηρωίδας είναι αυτή που φέρνει τη λύση και διώχνει τον κίνδυνο μακριά. Πιστεύω πως έχει να κάνει με την ιδιαιτερότητα του κάθε αφηγητή-φορέα της ιστορίας. Από την άλλη υπάρχουν εξαιρετικές ιστορίες του μακρινού χτες που μιλούν για φαινόμενα της σύγχρονης εποχής όπως πχ τις συνέπειες της υπεραλίευσης ή τοποθετούνται απέναντι σε τρέχοντα ερωτήματα ζωτικής σημασίας μέσα σε εποχές εμπορευματοποίησης ή ξεπουλήματος-εκχώρησης του εθνικού πλούτου, όπως για παράδειγμα σε ποιον ανήκει το νερό; Για μένα σημαντικό στοιχείο της κάθε αφήγησης είναι η επιλογή των κατάλληλων ιστοριών έτσι ώστε να μην αδικείται ή να μην υπονομεύεται η προφορική παράδοση και να μην έρχεται σε δύσκολη θέση το ακροατήριο.

18. Μίλα μας για τα πονηρά παραμύθια, υπάρχουν τέτοια, πότε αναπτύχθηκαν, πού και τι ιδιαίτερο έχουν;

ΑΠ. Όπως ίσως έχω ξαναπεί, τα λαϊκά παραμύθια αποτέλεσαν ένα υλικό μέσα από υποθετικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί αλλά είναι φανταστικές προβολές. Ανάμεσα σε όλα τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκαν οι άνθρωποι  ή έφεραν στο κέντρο του ενδιαφέροντός τους είναι και υποθέσεις που αφορούν τη σεξουαλική έκφραση του λαϊκού ανθρώπου. Αποτελούν έναν έμμεσο τρόπο για να γίνει μια «ανεκτική» περιδιάβαση ανάμεσα σε ιστορίες που θίγουν την ανθρώπινη συμπεριφορά στην πιο κρυφή της έκφραση, η οποία προκαλεί, προβληματίζει, ανασύρει, αναστοχάζεται, τοποθετείται και συμπεραίνει γύρω από την γονιμική και ζωοποιό ενέργεια μιας δύναμης μοναδικής σε δυνατότητες αλλά και συνέπειες. Πρόκειται για μια αναφορά στα απόκρυφα του φαντασιακού συλλογικού που καθρεφτίζει ξεμπροστιάζοντας βασικές ανθρώπινες συμπεριφορές και παράλληλα εκθέτει κοινωνικές στάσεις και ατομικές ηθικές σε όλους τους λαούς. Εμείς τα αποκαλούμε «άσεμνα» ή «αποκριάτικα» αλλά σε άλλες κοινωνίες (πχ Αφρική, Ασία, Αραβικός κόσμος) που απουσίαζε η ανατρεπτική και ελευθεριακή παράδοση της αποκριάς, λειτούργησαν ως υλικό μυητικό στην πορεία της ενηλικίωσης του νέου ανθρώπου που έπρεπε να προετοιμαστεί για την είσοδό του στο δύσκολο κόσμο των ενηλίκων, άρα να είναι προϊδεασμένος απέναντι σε όλα αυτά που μπορεί να τον εξέθεταν ή να τον έφερναν σε δύσκολη περίσταση ηθική, ενώ το έντονο χιουμοριστικό στοιχείο αλάφρυνε λίγο το βάρος της θεματικής σε επίπεδο κοινωνικής ανεκτικότητας. Εξάλλου όσο πιο αυστηρό και πιεστικό είναι το πλαίσιο του κοινωνικού ελέγχου που επιβάλλει μια κοινωνία στα μέλη της, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη εκφόρτισης και έκφρασης. Πρόσφατα στο Μόντρεαλ του Καναδά μια Αιγύπτια αφηγήτρια μού εκμυστηρεύτηκε πως οι άσεμνες ιστορίες της δύσης θα ωχριούσαν μπροστά στις ανάλογες ιστορίες που λένε οι γυναίκες των βεδουίνων της ερήμου μέσα στις τέντες τους στην έρημο. Εγώ πιστεύω πως όλες οι ανώνυμες προφορικές λαϊκές ιστορίες είχαν μια λειτουργία και λόγο ύπαρξης γι’ αυτό και δημιουργήθηκαν. Πάνω σε ένα τέτοιο υλικό δουλεύω εδώ και τρία χρόνια περίπου με ιστορίες άσεμνες από όλον τον κόσμο, έχοντας ως βάση τη σεξουαλική πράξη ανάμεσα στα δύο φύλα. Ελπίζω στο τέλος του 2018 να δει το φως της δημοσιότητας.

19. Υπάρχουν τρομακτικά παραμύθια;

ΑΠ. Υπάρχουν παραμύθια που οι εμπλεκόμενοι πρωταγωνιστές διαφοροποιούνται από τη συνηθισμένη λειτουργία στην καθημερινή ζωή. Άλλες φορές ο τρόμος κρύβεται μέσα στις πράξεις τους-εκφράσεις ωμής βίας που οι περισσότερες έχουν μεταφορικό και συμβολικό περιεχόμενο- και άλλες φορές η ίδια η προέλευση, το ποιόν των συμμετεχόντων φέρνει στην επιφάνεια έντονα το στοιχείο του φοβικού. Δράκοι, λάμιες, νεράιδες-δεν έχουν καμιά σχέση με το ροζ του Ντίσνεϋ- θεριά, νεκραναστημένοι και ζόμπι, στοιχειά και απόκοσμα πλάσματα φέρνουν στο φως ό,τι πιο σκοτεινό μπορεί να προκαλεί ανασφάλεια, δυσκολία στην αποδοχή, φόβο για την προσέγγισή του ή μια αισθητική απώθηση. Αλλά ας μην ξεχνούμε ότι έπαιζαν έναν ρόλο, η βία των παραμυθιών έχει μια αιτιολόγηση. Επειδή πολλοί μπορεί να βιαστούν να τα «αφορίσουν», θέλω να υπενθυμίσω πως η ανθρώπινη συμπεριφορά μέσα στην ιστορία και οι πρακτικές βίας μέσα από ιδεολογίες ή μη, που ακόμη και σήμερα εφαρμόζονται και ακολουθούνται στους σύγχρονους  «πολιτισμένους» καιρούς κάνουν το παραδοσιακό υλικό να ωχριά μπροστά τους. Η συνεχής έκθεση του νέου ανθρώπου σε συνθήκες, σκηνικά και εικόνες βίας μέσα από τα ΜΜΕ, τα βιντεοπαιχνίδια κλπ (υπάρχουν πχ παιχνίδια που μαζεύει κανείς πόντους όταν πατάει με ένα αυτοκίνητο γριές σε μια προσομοίωση πόλης!) έτσι ώστε να «αναισθητοποιείται» με τρομάζει προσωπικά περισσότερο και με προβληματίζει έντονα.

20. Η εξουσία είχε προσπαθήσει ποτέ να φτιάξει παραμύθια κατά παραγγελία;

ΑΠ. Δεν υπάρχουν σχετικές αναφορές για κατά παραγγελία δημιουργία παραμυθιών. Σίγουρα όμως επειδή τα παραμύθια έχουν μια πολυσημική λειτουργία, υπάρχουν αναφορές για τη χρήση συγκεκριμένων μύθων προκειμένου να καμφθούν αντιστάσεις και αρνήσεις δούλων και πληβείων που έκαμαν λευκή απεργία όταν η Ρώμη πολιορκούνταν και οι ίδιοι δεν θέλησαν να συνταχθούν με τα αφεντικά τους. Τότε λέγεται πως οι άρχοντες-κρατούντες επιστράτευσαν την αφήγηση μιας ιστορίας για να ενεργοποιήσουν τους υποτακτικούς τους. Τα τελευταία χρόνια  η τέχνη της αφήγησης λόγω των πολλαπλών εφαρμογών της έχει αιχμαλωτιστεί από τις λογικές της επικοινωνίας, του καλπάζοντος καπιταλισμού και χρησιμοποιείται εξυπηρετώντας σκοπούς καθαρά χειραγωγικούς στην οικονομία, την πολιτική, το μάρκετινγκ.
21. Υπάρχουν σπουδές πάνω στο παραμύθι;
ΑΠ. Ως αντικείμενο μελέτης μπορεί κάποιος να το συναντήσει στις παιδαγωγικές σχολές και στις φιλολογίες καθώς και όμορους μεταπτυχιακούς κύκλους. Σχετικά με την αφήγησή του όμως μπορεί κανείς να παρακολουθήσει εργαστήρια για την αφήγηση από παραμυθάδες με εμπειρία που να γνωρίζουν καλά το είδος. Από κει και μετά η μαθητεία δεν σταματάει ποτέ και ακολουθεί ανάγκες αναστοχασμού και αυτοδιόρθωσης σε λογική συνεχούς εξέλιξης και βελτίωσης του παραμυθά.

22. Ποια η διαφορά των λαϊκών παραμυθιών από τη λογοτεχνία για παιδιά και νέους;

ΑΠ. Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένα ανθρωπολογικό είδος με καθολική παρουσία σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου καθώς δεν υπήρξε λαός που να μην έχει φτιάξει τα δικά του παραμύθια. Η παιδική λογοτεχνία είναι δημιούργημα των κοινωνιών της γραφής που εξελικτικά ανακάλυψαν την έννοια της παιδικότητας και των αναγκών της. Τα λαϊκά παραμύθια έχουν ανώνυμο δημιουργό, διαδίδονταν προφορικά και δοκιμάστηκαν από το χρόνο και παρουσιάζονται μέσα από τη λειτουργία των παραλλαγών-πολλαπλών αφηγηματικών εκδοχών της ίδιας ιστορίας-υπόθεσης. Η παιδική λογοτεχνία χαρακτηρίζεται από γραπτά έργα επώνυμων δημιουργών με δημιουργική μυθοπλαστική διάθεση συγκεκριμένης αποτύπωσης. Η χρήση του όρου «παραμύθια» σε οτιδήποτε έντυπης μορφής είναι καταχρηστική και παραπλανητική καθώς ό,τι είναι προϊόν μυθοπλασίας δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη παραμύθι. Οι προσδιορισμοί «σύγχρονο παραμύθι», «έντεχνο παραμύθι» κλπ μόνο παρανοήσεις μπορούν να φέρουν, αφού ο όρος που αποδίδει το είδος είναι «σύντομο παιδικό διήγημα» ή «ιστορία». Ωστόσο η έννοια-επίκληση του παραμυθιού είναι ελκυστικότερη πάντα. Στη σύγχρονη εποχή-της κυριαρχίας του έντυπου λόγου-τα χρειαζόμαστε και τα δύο αλλά είναι τελείως διαφορετικά πράγματα αφού διακρίνονται από αλλότρια στοιχεία λειτουργίας.

23. Ποιο είναι το πιο ωραίο πράμα που έχεις ακούσει σε μία ή για μία αφήγησή σου;

ΑΠ. Δώδεκα χρόνια πριν με προσκάλεσαν από ένα νηπιαγωγείο στα Άσπρα Σπίτια τον οικισμό των εργαζομένων στα «Αλουμίνια της Ελλάδος». Την ώρα που πήγα να καθίσω ανάμεσα στον κύκλο των πιτσιρικάδων, πετάγεται ένας και μου λέει: «Δεν έχεις βιβλίο εσύ; Η κυρία μας έχει βιβλίο που μας διαβάζει τα παραμύθια:» Τότε εγώ του απαντώ: «Θα σας τα πω με το στόμα» Γυρίζει αυτός στους άλλους και λέει: «Χα, χα! Αυτός εδώ είναι μεγάλος και δεν ξέρει να διαβάζει!» Πολλές φορές έρχονται και μου λένε πως τους θύμισα αυτό που έζησαν κάποτε με τον παππού τους κι άλλοι μου λένε πως είδαν τις σκηνές του παραμυθιού ολοζώντανα μπροστά τους.

24. Θα μπορούσε να γίνει μάθημα στο Δημοτικό;
ΑΠ . Τα παραμύθια έχουν απίστευτες δυνατότητες εφαρμογής στο σχολικό  χώρο, αρκεί να μη γίνουν ένα εργαλείο και χάσουν την μαγεία που εξασκούν. Από την παραγωγή γραπτού λόγου μέχρι την ένταξη τους στα μαθηματικά, τη μελέτη περιβάλλοντος, τα προγράμματα αγωγής υγείας, την περιβαλλοντική αγωγή, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, την  αντιμετώπιση της σχολικής βίας και την αντιρατσιστική αγωγή. Αυτό που χρειάζονται οπωσδήποτε είναι αγάπη και σεβασμός γιατί η εργαλειοποίηση που ελλοχεύει σε κάθε τέτοιας ποιότητας προσέγγιση, αντίληψη και λογική, μπορεί να ακυρώσει και να υπονομεύσει τη δυναμική τους. Αν μιλάμε για την πράξη της αφήγησης, τότε αναμφισβήτητα μπορεί να γίνει ένα πρώτης τάξης μέσο για πολλαπλή ανάπτυξη ψυχοσυναισθηματική του μαθητή και την τροποποίηση της παιδαγωγικής ατμόσφαιρας στην τάξη.

25. Μίλησέ μας για την κυκλοφορία της πρόσφατης συλλογής σου «Παραμύθια λαϊκά ενάντια σε δύσκολους καιρούς»
ΑΠ. Μόλις μερικές βδομάδες πριν είδε το φως της δημοσιότητας η τελευταία μου συλλογή με ένα υλικό που είχα αρχίσει να αφηγούμαι κυρίως από το 2009 και μετά, ως μια μορφή παρέμβασης ενάντια στην κρίση και τα διαδοχικά μνημόνια που επηρέασαν την ποιότητα της ζωής του λαού μας. Οι περίπου σαράντα ιστορίες προέρχονται από την προφορική παράδοση των λαών του κόσμου και κατηγοριοποιήθηκαν σε τρία κεφάλαια: «Παραμύθια για να συλλογάσαι», «Παραμύθια για να ελπίζεις» και «Παραμύθια για να πράττεις». Πρόκειται για μια αρμαθιά υποθέσεων που προκαλούν διάθεση αναστοχαστική για τις δυσκολίες που φέρνει η ζωή, αλλά και μια πηγή θετικότητας που παραπέμπει στην ενεργητική στάση απέναντι σε όσα μοιάζουν να φανερώνονται απειλητικά. Τα παραμύθια αυτά μας υπενθυμίζουν πως η ζωή χαρακτηρίζεται από παροδικότητες τόσο στα εύκολα και ευχάριστα όσο και στα δύσκολα και δυσάρεστα, αρκεί να πάρουμε απέναντί τους την κατάλληλη θέση. Χωρίς να είναι αποκλειστικά θεραπευτικά απευθύνονται σε ομάδες ανθρώπων που προσπαθούν να διαχειριστούν τις αρνητικότητες της ζωής μέσα από μια κοινή πορεία.

Οκτώβριος 2017

Συνέντευξη στη  δημοσιογράφο Σύλβια Πετρίδου για το ελληνικό διαδικτυακό κανάλι της Ομογένειας στον Καναδά zoumemontreal.com με αφορμή τη δεκαήμερη παραμονή του Δημήτρη Β. Προύσαλη στο Μόντρεαλ και τη συμμετοχή του στο 14ο Διαπολιτισμικό Φεστιβάλ Αφήγησης αλλά και τις αφηγήσεις του στα ελληνικά σχολεία της Ομογένειας. Μπορείτε να δείτε τη συνέντευξη στο www.zoumemontreal.com

Μάιος 2016

Συνέντευξη στη Μάχη Χριστοφορίδου για τον διαδικτυακό τόπο
HUMANSTORIES.GR


To  Φεστιβάλ Παραμυθιού στο Πήλιο έχει γίνει πια θεσμός και φέτος αν δεν κάνω λάθος θα πραγματοποιηθεί το έκτο Φεστιβάλ.  Πώς ξεκίνησε η ιδέα της Αφήγησης στο βουνό των Κενταύρων και πώς εξελίσσεται;


 Η καταγωγή μου από τον Άγιο Γεώργιο Νηλείας στο Πήλιο από τη μια και η πολυετής ενασχόλησή μου με τα λαϊκά παραμύθια από την άλλη υπήρξαν παράγοντες για να συνδεθεί η αφήγηση με το βουνό των Κενταύρων και να δημιουργηθεί από το 2011 το Φεστιβάλ Αφήγησης Πηλίου «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη». Η ανάγκη προσφοράς στον τόπο όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι δικοί μου και πέρασα τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας γέννησε αυτή την ιδέα του αντί-δωρου. Ήθελα δηλαδή να γυρίσω πίσω κάτι από αυτό που με μπόλιασε και διαμόρφωσε ένα μεγάλο μέρος από τον κόσμο των παιδικών μου αναμνήσεων. Η πρόταση σε τοπικούς φορείς όπως ο Πολιτιστικός Εξωραϊστικός Σύλλογος «Ο Κένταυρος» και η ΠΗΛΙΟΝ ΟΡΟΣ έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και μεράκι ανοίγοντας δρόμους εξαιρετικής συνεργασίας σε επίπεδο οργάνωσης, ιδεών και λειτουργικών εφαρμογών. Το γεγονός πως η διοργάνωση γίνεται μέσα σε καιρούς έντονης κρίσης, πως αφήνει ίχνη στο χρόνο, πως δημιουργεί συνέχεια από Αύγουστο σε Αύγουστο νέους φίλους αποκομίζοντας θετικές κριτικές και καλοπροαίρετα σχόλια,  αναζητώντας κάθε χρονιά στοιχεία ποιοτικής αναβάθμισης και δημιουργικού εμπλουτισμού είναι ένα ελπιδοφόρο πλαίσιο μέσα στο οποίο προσπαθούμε να κινηθούμε, προσδοκώντας τη διόρθωση των όποιων αρνητικών παρουσιάζονται και την παγίωση και βελτίωση των θετικών που κατακτιούνται. Η φετινή διοργάνωση είναι από 31/7-7/8 με αφηγήσεις για παιδιά και ενήλικο κοινό, εργαστήρια, θερινό Σχολείο παραμυθιών, αφηγήσεις στους σταθμούς του Μουντζούρη, καλλιτεχνικές εκθέσεις και προβολές, μύθους, συναξάρια και εκπλήξεις.

Ως εκπαιδευτικός πιστεύεις ότι το παραμύθι και κυρίως το λαϊκό παραμύθι,   αποτελεί  πηγή γνώσεων, για τα παιδιά; Τα βοηθάει να γνωρίσουν την παράδοση και τον τόπο τους;

Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον υλικό, μια παρακαταθήκη σοφίας και δοκιμασμένων αληθειών του κόσμου που κρύβονται πίσω από μεγάλα ψέματα, για να μπορέσει κανείς να αντέξει τη σημαντικότητά των μηνυμάτων τους. Έχουν μια ποικιλόμορφη ενέργεια και λειτουργία που βοηθάει τον μικρό άνθρωπο να γνωρίσει σχέσεις και καταστάσεις που η μειωμένη κοινωνική του εμπειρία τον περιορίζει να αντιληφθεί, ενώ τον βοηθά να αναγνωρίζει στάσεις, ποιότητες και διαθέσεις που πραγματεύονται το καλό και το κακό, φέρνοντας στην επιφάνεια και δικές του σκοτεινές πλευρές τις οποίες μπορεί να αναγνωρίσει και να επεξεργαστεί προς όφελός του προετοιμάζοντάς τον για την είσοδο στην κοινωνία των ενηλίκων. Το παραμύθι οργανώνει τον κόσμο μέσα από μια ασφαλή διαδικασία και σμιλεύει χαρακτήρες στηρίζοντάς τον μικρό άνθρωπο σε μικρές και μεγάλες δυσκολίες και κρίσεις, αφήνοντας πάντα να εννοηθεί πως στο τέλος μιας πορείας δοκιμασιών-που είναι για όλους αναπόφευκτες- όλα θα πάνε καλά. Η ιδιότητά μου ως δάσκαλος-αφηγητής και ταυτόχρονα λαογράφος μου επιτρέπει να εκτιμώ και να αξιοποιώ τα λαϊκά παραμύθια που μπορούν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμηση των παιδιών, να συμβάλλουν στη δημιουργία περιβαλλοντικής συνείδησης, να λειτουργούν ως μοχλός ενάντια στον σχολικό εκφοβισμό και να μπολιάζουν την διαπολιτισμική εμπειρία. Τα παραμύθια είναι ένα μοναδικό είδος της προφορικής λογοτεχνίας των λαών του κόσμου- και του ελληνικού ανάμεσά τους-που ενώ οικοδομεί την οικουμενική συνείδηση ταυτόχρονα ενισχύει την εθνική ταυτότητα. Τα χρειάζονται τόσο οι μικροί όσο και οι μεγάλοι και από παρανόηση τα λαϊκά παραμύθια έχουν ταυτιστεί με την παιδική ηλικία, κάτι που είναι ολωσδιόλου εσφαλμένο.
 Ποια ήταν η σχέση σου με τα παραμύθια όταν ήσουνα μικρός;
Δεν είχα την τύχη να ακούσω παραμύθια στην παιδική μου ηλικία. Άκουγα τις θείες μου στο χωριό να λένε όμως λαϊκές παραδόσεις, δηλαδή φανταστικές ιστορίες που τις πίστευαν για αληθινές και τις συνέδεαν με συγκεκριμένες τοποθεσίες της περιοχής και με πρόσωπα ή πλάσματα. Είχα μια θεία που ήταν μεγάλη παραμυθού κατά γενική ομολογία αλλά δεν την πρόλαβα αφού η άνοια χτυπάει ανεξαίρετα. Θυμάμαι τον εαυτό μου να διαβάζει παραμύθια από μια συλλογή του 1973, της Αυγής Λαγού-Παπάκου «Ιστορίες σαν παραμύθια» που την έχω κρατήσει. Πραγματικά χανόμουν ανάμεσα στις περιπέτειες των ηρώων. Η έκθεσή μου στην αφήγηση υπήρξε διαρκής, μέσα από την ακρόαση κυρίως οικογενειακών ιστοριών, ευτράπελων και σοβαρών που εξηγούσαν τις επιλογές της στενότερης και ευρύτερης οικογενειακής σύνθεσης και αποκάλυπταν μικρόκοσμους εμπειριών του οικογενειακού περιβάλλοντός μου.

 Έχουν τα παραμύθια την δύναμη να αλλάξουν την ζωή των ανθρώπων;

Ασχολούμαι με τη μελέτη, καταγραφή, συγκέντρωση και συμβολική προσέγγιση του παραμυθιού ως ερευνητής από το 1999 και αφηγούμαι τις ιστορίες που ξεχωρίζω ως σημαντικές να ακουστούν εδώ και 14 χρόνια. Ολοένα και περισσότερο οι υποθέσεις των ιστοριών που συναντώ από προφορικές πηγές ή σε έντυπη μορφή με πείθουν για το χαρακτήρα των παραμυθιών, την ενέργειά τους, τη λειτουργική τους θέση στη ζωή των ανθρώπων και την αναγκαιότητα της αφήγησης ως μορφής επικοινωνίας σε μια ψυχοδυναμική κατεύθυνση με παράλληλες επιρροές και εκφράσεις. Ειδικά σε περιόδους κρίσης θεωρώ καταλυτική την επενέργειά τους σε ένα κοινό που αισθάνεται απειλή, ανασφάλεια, κίνδυνο, αδιέξοδα και αδυναμίες. Η κατάλληλη ιστορία, στην κατάλληλη στιγμή που θα συναντήσει εκείνους που τη χρειάζονται έχει τη δύναμη να τους αλλάξει τη ζωή. Η ίδια η αφηγηματική διαδικασία λειτουργεί εξάλλου κάτω και μέσα από ψυχολογικού χαρακτήρα μηχανισμούς, την προβολή, την ταύτιση, τη μετάθεση. Πρόκειται για ισχυρές διεργασίες που έχουν την ιδιότητα να μας βοηθούν να δώσουμε νόημα στην εμπειρία μας και να δημιουργήσουμε αυτό που στην ψυχολογία αποκαλείται «αναπλαισίωση». Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ανάγκη τη ματιά στη διαδρομή που διανύθηκε, έτσι όπως τον κυνηγά ο χρόνος να χυθεί στο παρόν. Αρκεί να επιχειρήσει την πρόσληψη των παραμυθιών όχι με τον στενό αναλυτικό τρόπο σκέψης του 21ου αι. αλλά με την καρδιά του ανοιχτή.

 Έχει αλλάξει ο ρόλος τους από το παρελθόν στο σήμερα; 

Οι ιστορικές συνθήκες –ως περίγυρος- έχουν αλλάξει αλλά ο άνθρωπος στη βασική του σμίλευση πιστεύω πως μένει διαχρονικά ή αχρονικά αναλοίωτος. Έχει ανάγκη από μύηση στη ζωή, αναγνώριση της αξίας του, κατάκτηση της αυτονομίας του, ένταξης και συνύπαρξης με την ομάδα, δημιουργίας συναισθηματικών δεσμών, βίωση μιας ποιότητας ζωής σε ισορροπία με το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, ολοκλήρωση μέσα από τον γονεϊκό ρόλο, αποδοχή της φθαρτότητάς του-άρα και της ανάδειξης της σημαντικότητας τού πώς ζει εδώ και τώρα. Όλα αυτά τα συναντά κανείς στα λαϊκά παραμύθια  του κόσμου σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, άρα ο ρόλος των παραμυθιών δεν έχει αλλάξει. Απλά καλούνται να επιτελέσουν το ρόλο τους σε δυσκολότερες συνθήκες γι’ αυτό και ίσως με επιτακτικότερη ανάγκη.  Σε μια εποχή που ο άνθρωπος έχει χάσει τον εαυτό του και η σύγκλιση με το μέσα του δυσχεραίνει καθημερινά, το παραμύθι έρχεται να μας ξανακρατήσει το χέρι και να μας συντροφεύσει στη διαδρομή, δείχνοντάς μας, προτείνοντας οπτικές και προσεγγίσεις για να καταλάβουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο που συνδημιουργούμε.

Οκτώβριος 2015

Συνέντευξη στον Διαδικτυακό τόπο "ΑΥΛΟΓΥΡΟΣ"


1.Τι σας έχει λείψει από τα παιδικά σας χρόνια;
Δύσκολη η ερώτηση σας. Αν κάτι αναπολώ είναι η ξενοιασιά μα θα έλεγα κύρια  οι μυρωδιές από τις διακοπές στο Πήλιο. Μου έρχεται η αίσθηση από τη μυρωδιά της λαδοπιταστής-ζυμάρι με λάδι ψημένο σε ξυλόφουρνο της θείας Σούλας, η μυρωδιά του βύσσινου που βράζει για να γίνει γλυκό του κουταλιού, κι ο χαλβάς Φαρσάλων που έφτιαχνε η θεία Κατερίνα σαν μάθαινε πως θα πήγαινα στο χωριό. Μου λείπει η μυρωδιά από το φρεσκοφτιαγμένο λάδι στο λιοτρίβι την ώρα που ψήνεται πάνω στο ψωμί του θείου Γιάννη. 
2. Ο αγαπημένος ήρωας των παραμυθιών, ποιος ήταν;

Δεν άκουσα παραμύθια μικρός αν και ασχολούμαι μαζί τους μεγαλύτερος. Μεγάλωσα με λαϊκές παραδόσεις από τις θείες στο χωριό, ιστορίες δηλαδή που τις πιστεύανε για αληθινές και που οι πρωταγωνιστές τους δεν σου άφηναν περιθώρια ταύτισης, αφού ήταν κοινοί καθημερινοί άνθρωποι που κάτι έπαθαν κάπου κοντά στο χωριό ή κάτι παράξενο τους έτυχε. Είχα όμως την εμπειρία των καλοκαιρινών πρωινών στην αυλή της θείας Αρετής-όλες οι μεγαλύτερες γυναίκες ήταν για μας θείες- όπου περίμενα με την κόρη της την Ελένη να ακούσουμε από το ραδιόφωνο τις περιπέτειες του Γιώργου Θαλάσση, του μικρού ήρωα. Αξέχαστη είναι αυτή η αίσθηση της προσμονής να ακούσουμε την καινούργια του κάθε φορά περιπέτεια…


3. Θα συγχωρούσατε κάποιον που σας έχει πικράνει;

Λένε πως το να συγχωρείς κάποιον που σε πίκρανε είναι ένδειξη μεγαλοψυχίας και στοιχείο ανωτερότητας. Εγώ θεωρώ πως είμαι σε διαδικασία διαρκούς βελτίωσης και εκτιμώ πως μάλλον δεν διαθέτω κάποιο από τα δύο. Εξαρτάται από την ποιότητα της πίκρας, το μέγεθος, την περίσταση και τον «κεραστή» της-όσο πιο κοντά σου βρίσκεται τόσο πιο έντονη η γεύση. Επειδή όμως κι εγώ πιθανά έχω πικράνει ανθρώπους, μάλλον θα το ξανασκεφτόμουνα.
4. Ποιο θεωρείτε ως Θείο δώρο στο χαρακτήρα σας;
Δεν ξέρω αν έχω κάποιο τέτοιου είδους «δώρο» στο χαρακτήρα μου. Όμως  δίνομαι με ενθουσιασμό και ειλικρίνεια σε οτιδήποτε με συγκινεί σε διάρκεια -όπως τα τελευταία χρόνια τα λαϊκά παραμύθια και η αφήγησή τους-και προπαντός δεν κάνω πίσω στις δυσκολίες.
5. Ποιο είναι το βασικό σας ελάττωμα;

Αν το να είναι κανείς καλοπροαίρετος απέναντι στους άλλους και τις προθέσεις τους είναι ελάττωμα, τότε νομίζω πως αυτό με χαρακτηρίζει ως το μεγαλύτερο.


6. Αν η μοίρα σάς γύριζε την πλάτη, τι θα κάνατε για να την καλοπιάσετε;
Αν κάποιος πιστεύει στη μοίρα και το ρόλο της, κι αυτή του γυρίσει τη πλάτη, δεν νομίζω πως μπορεί να πετύχει καμιά θετικότερη αλλαγή το άτομο. Αν δεν πιστεύει  όμως, τότε η αγένεια της μοίρας δεν τον αφορά. Εγώ θα της έλεγα της μοίρας την ιστορία με το μικρό κολιμπρί. «Μια μέρα ένα δάσος πιάνει φωτιά. Όλα τα ζώα τρέχουν να σωθούν. Σε ένα ξέφωτο ένας ελέφαντας ξαφνιάζεται σαν βλέπει ένα μικρό κολιμπρί να παίρνει μια σταγονίτσα νερό και να ορμά κόντρα στη φωτιά. Ο ελέφαντας του φωνάζει: «Τρέχα, αδερφέ να σωθείς, μην τα βάζεις με το θεριό, δεν θα τα καταφέρεις!» Το κολιμπρί αποκρίνεται: «Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να σβήσω τη φωτιά, αλλά εγώ κάνω αυτό που μου αναλογεί…»
7. Πώς εκδηλώνετε την αγάπη σας;

Αν πρόκειται για σχέση με μια κατάσταση τότε εκδηλώνεται με διαρκή ενασχόληση και αφιέρωση χρόνου. Αν πρόκειται για σχέση με πρόσωπα τότε με νοιάξιμο, τρυφερότητα και με διάθεση για διαρκή κουβέντα.

8. Η αισιοδοξία, υπάρχει στο λεξικό της ζωής σας;
Σε ένα περιβάλλον που υπονομεύει καθημερινά τις όποιες θετικότητες μπορεί να ονειρεύεται ή να κρύβει μέσα του ένας άνθρωπος πιστεύω πως άλλος δρόμος από την επιμονή και την αισιοδοξία δεν υπάρχει. Τα παραδείγματά μου αντλούνται από τους ήρωες των λαϊκών παραμυθιών οι οποίοι δεν κάνουν ποτέ πίσω, δεν λιποψυχούν και δεν παραδίνονται. Αν αυτά είναι αποχρώσες ιδιότητες της αισιοδοξίας τότε στο λεξικό μου θα βρει κανείς πολλές παραλλαγές τους.
9. Με τι ασχολείστε αυτό τον καιρό;

Αυτή την εποχή σε επίπεδο αφηγήσεων με τίμησε το Εθνικό Θέατρο με μια πρόσκληση-πρόκληση. Την εφαρμογή ενός προγράμματος με τίτλο «Τα Παραμύθια του Εθνικού» σε ιδρύματα και δομές που αφορούν σε ευπαθείς ομάδες της παιδικής ηλικίας για την περίοδο Οκτωβρίου 2015-Μαρτίου 2016. Παράλληλα ξεκινώ τις αφηγήσεις μου για ενήλικο κοινό στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων την πρώτη Παρασκευή κάθε μήνα-με ελεύθερη είσοδο ενώ επίσης δουλεύω πάνω σε υλικό που αφορά άσεμνα παραμύθια για την έκδοση μιας σχετικής συλλογής αλλά και για ζητήματα που ανακύπτουν από την προετοιμασία της διοργάνωσης του 3ου Φεστιβάλ Αφήγησης «Αθήνα… μια πόλη παραμύθια» για την περίοδο 15-20 Μαρτίου 2016. Θέλω ακόμα να αναφέρω τη διαρκή ενασχόλησή μου με την κόρη μου και την αγαπημένη μου.
10. Ποια είναι η αγαπημένη σας ελληνική ταινία;

Μου αρέσουν αρκετές ταινίες από τη φιλμογραφία του Θανάση Βέγγου. Η πιο αγαπημένη μου όμως είναι άλλου ύφους και συγκεκριμένα το «Μάθε παιδί μου γράμματα»
11. Ποιο είναι το αγαπημένο σας αντικείμενο, το «γούρι» σας;

Αν και είμαι άνθρωπος που θα έλεγα πως συνδέεται με αντικείμενα δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο «γούρι». Όμως το σπίτι μου είναι γεμάτο από μικροαντικείμενα που αναφέρονται σε ανθρώπους που γνώρισα ή κάποια στιγμή είχαν μια ιδιαίτερη θέση στη ζωή μου.
12. Ποια είναι η αγαπημένη σας ατάκα;

Κατά καιρούς υιοθετώ και διαφορετικές ανάλογα με τη διάθεσή μου απέναντι στα τεκταινόμενα. Ως άνθρωπος των λαϊκών παραμυθιών δεν θα μπορούσα να μην έχω επηρεαστεί από μια σχετική τους φράση: «Μέρα που περνά και μέρα που έρχεται, εγώ το πιστεύω, όλα θα πάνε καλά!» λέει ένα παραμύθι της Ανατολής.
13. Πως φαντάζεστε το μέλλον των ΜΜΕ μέσα από την κρίση που βιώνουμε;

Τα ΜΜΕ αντανακλούν την ποιότητα της κοινωνίας που τα δημιουργεί, τα παρακολουθεί και ενδεχομένως τα ανέχεται. Νομίζω πως το μέλλον τους συνδέεται με τη στάση που θα κρατήσουν απέναντι στην κρίση. Ή θα σταθούν δυναμικά απέναντί της δημιουργώντας όρους ουσιαστικής επικοινωνίας, πληροφόρησης και πολιτισμού ή θα παρακμάσουν και θα υπονομεύσουν τη λειτουργική τους θέση. Υπάρχουν ωστόσο ΜΜΕ και «ΜΜΕ» που δικαιολογούν την κατάστασή τους και προοιωνίζουν το μέλλον τους.
14. Η εξουσία πιστεύετε, φιμώνει τις τέχνες από φόβο ή από ανικανότητα να τις στηρίξει;

Η τέχνη συνδέεται με την έκφραση σε όλες της τις μορφές και αυτή ορίζεται μέσα από την ελευθερία. Πιστεύω πως όποτε η εξουσία επιχείρησε να φιμώσει τις τέχνες το έκανε μέσα από φόβο μήπως αυτές λειτουργήσουν ως μοχλός ανατροπής ή αμφισβήτησης της όποιας «επιρροής» της κυριαρχίας της. Εξάλλου νομίζω πως οι άνθρωποι της εξουσίας δεν μπορούν να στηρίξουν τις τέχνες γιατί δεν σχετίζονταν ποτέ με αυτές και τις αναζητήσεις που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους τους.
15. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο λόγος που ο Έλληνας αφήνει την τύχη του στα χέρια των άλλων;

Είναι ένα ερώτημα που δε με βρίσκει σύμφωνο. Δεν πιστεύω πως αφήνουμε τις τύχες μας στα χέρια άλλων. Απλά θεωρώ πως ο καθένας κινητοποιείται γύρω απ’ το μικρόκοσμό του, στα μικροσυμφέροντά του, θεωρώντας πως τα γενικά, τα μεγάλα, τα συλλογικά δεν τον αφορούν ή τα απαξιώνει. Αφού ο ίδιος δεν εμπλέκεται σε αυτά, τα δίνει «εργολαβικά» στους «ειδικούς» που δεν είναι πάντα οι καταλληλότεροι ούτε έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Ο ωχαδερφισμός είναι μεγάλο ελάττωμα…
16. Αν σας όριζαν για λίγα λεπτά της ώρας «νομοθέτη», ποιο νόμο θα θέτατε σε εφαρμογή;

Αυτό που με απασχολεί πολλά χρόνια τώρα, είναι το πώς και το γιατί της σημερινής κατάστασης και η υπονόμευση του μέλλοντος των παιδιών μας. Ένας νόμος που θα ήθελα να φτιάξω είναι αυτός «περί ευθύνης υπουργών» που να μην λειτουργεί όμως ως συγχωροχάρτι με τη γελοιότητα των παραγραφών. Αυτοί που έφεραν τούτον τον τόπο στη υπερχρέωση, την ξενική οικονομική εξάρτηση μέσω δανεισμού, τη χρεωκοπία και τη διάλυση πρέπει να δικαστούν, να πληρώσουν, να τιμωρηθούν και να δημευτούν οι περιουσίες τους. Δε μπορεί το παιδί μου και τα παιδιά του κόσμου να είναι χρεωμένα από γεννησιμιού τους.
17. Αν μια κακιά μάγισσα σαν έκανε με το ραβδί της ζώο, τι θα θέλατε να είστε;

Ωραία ερώτηση! Σκεφτόμουν πως ίσως θα ήθελα να ήμουν χελώνα. Γιατί ζει αιώνες, ο χρόνος της κυλάει αργά, το χειμώνα τον αξιοποιεί σε όφελός της αφού πέφτει σε χειμερία νάρκη-κοιμάται δηλαδή πολύ-και διαθέτει ισχυρό καύκαλο προστασίας! Όμως αν το ξανασκεφτώ, το να σέρνεσαι δε σου δίνει μια θετική προοπτική ακόμα κι αν έχει ενδιαφέρον να βλέπεις τον κόσμο από τα χαμηλά. Ίσως  να διάλεγα τη μορφή ενός αετού που πετά ψηλά και ταξιδεύει ελεύθερος από τόπο σε τόπο σαν τα παραμύθια.
18. Πιστεύετε στα όνειρα;

Τα όνειρα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Σπάνια θυμάμαι τα όνειρα που βλέπω, αλλά κάθε φορά κάτι μου λένε για εκείνο που με απασχολεί. Δεν μπορώ να πω πως πιστεύω σ’ αυτά μα ούτε και τα απαξιώνω. Είναι ένα φίλτρο του ψυχισμού μας και μας αφορούν.
19. Αν σας ζητούσε ένα παιδί μια συμβουλή, τι θα του λέγατε;

Αν και η ερώτηση θα ήθελε μια διευκρίνιση σχετικά με την ηλικία του παιδιού, θα του έλεγα: «Να αφουγκράζεσαι τον κόσμο με διάθεση θετική» .............

Ιανουάριος 2015

Παραμύθια στη Βιβλιοθήκη


17 Ιανουαρίου 2015


Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Κατερίνα Χουζούρη για τον ιστότοπο www.pemptousia.gr


Την πρώτη Παρασκευή κάθε μήνα, στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων, από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο, πραγματοποιούνται αφηγήσεις για ενήλικο κοινό. Αφηγήσεις και Παραμύθια ζυμωμένα με τη σοφία της ζωής, παραμύθια λαϊκά, παραμύθια απ’ της ανατολής τα σταυροδρόμια, παραμύθια της μεταμόρφωσης και της αλλαγής… Υπεύθυνος γι’ αυτές τις πολύ όμορφες βραδιές, είναι ο παιδαγωγός, συγγραφέας και αφηγητής Δημήτρης Προύσαλης, ο οποίος μίλησε στην Πεμπτουσία γι’ αυτό το πρόγραμμα.



Πεμπτουσία: Θα θέλαμε να μας μιλήσετε για τα θέματα που έχετε επιλέξει  και ιδιαίτερα για όσα αφορούν μια σειρά από ζητήματα υπαρξιακά, όπως για τη σοφία της ζωής, τον έρωτα και το θάνατο, για τη μεταμόρφωση και την αλλαγή. Είναι γνωστό, ότι είναι ευρύτατη η θεματολογική γκάμα των λαϊκών παραμυθιών. Πώς αποφασίσατε την επιλογή των συγκεκριμένων θεμάτων;


Δ. Προύσαλης: Η επιλογή των συγκεκριμένων θεμάτων που αφορούν στο ερώτημά σας έχει γίνει με βάση τον διαχρονικό χαρακτήρα θεμελιωδών αναγκών του ανθρώπου που καθορίζουν τόσο τις επιλογές του όσο και την ποιότητα της ζωής του. Μπορεί οι υλικές συνθήκες της ζωής του ανθρώπου, το πλαίσιο κοινωνικά και ιστορικά όπου κινείται, να διαμορφώνεται από τις τρέχουσες για κάθε εποχή αντιλήψεις και λογής-λογής επιρροές και κατευθύνσεις, όμως ζητήματα υπαρξιακής φύσης εξακολουθούν να τον απασχολούν καταργώντας τις περιοριστικές δεσμεύσεις τόπου και χρόνου.


 Για παράδειγμα ο έρωτας τόσο σε υλικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο, προσανατολισμένος σε πρόσωπα, ενέργειες ή ιδέες φαίνεται να αποτελεί μια πρωταρχική ποιότητα συμπύκνωσης συναισθηματικής και ψυχολογικής. Ως μια από τις πιο παλιές καταγεγραμμένες λογοτεχνικά παραμυθιακές ιστορίες είναι αυτή του Έρωτα και της Ψυχής στο έργο του Απουλήιου «Ο Χρυσός Γάιδαρος ή Μεταμορφώσεις», υπόθεση με ευρύτατη διάδοση και εξάπλωση μέσα από το πασίγνωστο «Η Πεντάμορφη και το Τέρας». Ο θάνατος από την άλλη εξακολουθεί να απασχολεί άδηλα ή μη το ανθρώπινο είδος με ποικίλες διαθέσεις, τοποθετήσεις και συμπεριφορές παρ’ όλες τις απαντήσεις που πρότειναν οι θρησκείες του κόσμου. Θα έλεγα μάλιστα πως συνεχίζει να δημιουργεί ερωτηματικά παρά τις βεβαιότητες, στις οποίες επεχείρησε να στηριχτεί ο άνθρωπος. Το παλαιότερο μέχρι σήμερα σωζόμενο Έπος του Γκιλγκαμές, των Σουμερίων, έχει ως κεντρικό του θέμα τη διαχείριση του αναπότρεπτου φαινομένου του θανάτου και την αναζήτηση της αθανασίας ήδη από το 1800 π.Χ


            Οι μεταμορφώσεις και οι αλλαγές φαίνεται να είναι σύμφυτες εκδηλώσεις στην μυητική πορεία των ανθρώπων προς την ολοκλήρωσή τους, μια φυσιολογική αποτύπωση των αναζητήσεων, των προσαρμογών, των νέων αναγκαίων επιχειρούμενων ισορροπιών, των παροδικών απότυπώσεων και των εν δυνάμει αναδυόμενων ανησυχιών που καθρεφτίζονται μέσα από περισσότερο ή λιγότερο παγιωμένες ή μη συμπεριφορές και εκφράσεις ατομικές-προσωπικές και συλλογικές- κοινωνικές.  Όλα τα προαναφερόμενα γίνονται υποθέσεις υπό διαπραγμάτευση μέσα από τις συνθέσεις των λαϊκών παραμυθιών του κόσμου, εκεί όπου όλα μπορούν να ειπωθούν κάτω από την ασφαλή σύμβαση της ψευδολογικής συγκατάβασης-συγκατάθεσης αλλά και του αποστασιοποιημένου «Μια φορά κι έναν καιρό…». Είναι εκπληκτική η ποικιλία των προσφερόμενων παραμυθιακών ιστοριών από όλες τις γωνιές του κόσμου που θίγουν τόσα πολλά και με τέτοιον τρόπο ζητήματα.


            Οι θεματικές που επιλέγω λοιπόν κάθε φορά πηγάζουν από την τοποθέτηση που έχω για το ρόλο του προφορικού αφηγητή-παραμυθά και τη σημαντικότητα της παρουσίας του ως κουβαλητή της συλλογικής μνήμης-αποτυπωμένης μέσα σε ιστορίες δοκιμασμένες στο χρόνο. Ο αφηγητής δεν είναι ένας παροδικός και εφήμερος διασκεδαστής κοινού. Έχει την ευθύνη της διαχείρισης ενός πλούτου που τον ξεπερνά και οφείλει να τοποθετείται για όσα συμβαίνουν γύρω του, γνωρίζοντας τη δύναμη του υλικού του και έχοντας επίγνωση της λειτουργίας του. Είναι ένας ταπεινός συνομιλητής με μια άυλη πνευματική κληρονομιά που αφορά όλους τους ανθρώπους, αυτούς που προϋπήρξαν, αυτούς που σήμερα ανασαίνουν και εκείνους που θα έρθουν.

Πεμπτουσία: Πώς λειτουργεί η αφήγηση;
Δ. Προύσαλης: Η αφήγηση λαϊκών παραμυθιών είναι μια μοναδική εμπειρία όπου το κοινό έχει την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με προφορικό υλικό της συλλογικής μνήμης το οποίο συναντιέται με την ατομική εμπειρία και το προσωπικό βίωμα. Δημιουργείται μια ατμόσφαιρα ονειρικού ταξιδιού αλλά και αναστοχαστικής διάθεσης στα πλαίσια της κοινής συνεύρεσης σε χρόνο και χώρο, εκεί που το τώρα συνομιλεί με το χτες μέσα από τα λόγια πολλών ανθρώπων που έγιναν σκιές στο πέρασμα των καιρών, και τις ιστορίες που ταξιδεύουν χιλιάδες μίλια μακριά για να έρθουν να μας συναντήσουν, μικρούς και μεγάλους. Κανένας δεν ξεχνάει μια βραδιά ζωντανής αφήγησης λαϊκών παραμυθιών που ανακινεί μνήμες από την παιδική του ηλικία αλλά μπορεί να τον συντροφεύει και στα γηρατειά του και θεωρείται μια εμπειρία που ξεπερνάει τα όρια ενός καλλιτεχνικού γεγονότος, όπου με πρόσχημα την ψυχαγωγία επιτελείται παράλληλα και ταυτόχρονα μια άδηλη υποστηρικτική, παραινετική, συμβουλευτική, καθησυχαστική, προτρεπτική και ενθαρρυντική διαδικασία για την ατομική-υποκειμενική υπόσταση και τη συλλογική κοινωνική συνοχή, μεταφέροντας παγκόσμια θετικά μηνύματα ψυχοσυναισθηματικής διαπραγμάτευσης και συμπεριφορικής επικοινωνιακής διάθεσης. Ένας μεγάλος σκανδιναβός σκηνοθέτης διατύπωσε κάποτε την άποψη πως τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας ή στους άλλους μας βοηθούν να υπεκφεύγουμε τις δυσκολίες της ζωής ενώ τα ψέματα των παραμυθιών να τις αντιμετωπίζουμε. Η αφήγηση λαϊκών παραμυθιών μας επιτρέπει να δημιουργούμε μια φανταστική διάσταση του πραγματικού κόσμου και εκεί υπό το ασφαλές πλαίσιο των προσομοιώσεων να ξαναεκτιμούμε την βιωμένη εμπειρία και να επαναπροσδιορίζουμε την πορεία μας στον κόσμο. Στην ψυχολογία αυτό ονομάζεται «αναπλαισίωση». Τα παραμύθια μάς προτείνουν λοιπόν στάσεις και παρουσιάζουν ενεργητικές συμπεριφορές που αλλάζουν ολοκληρωτικά την ποιότητα εσωτερική ή εξωτερική των πρωταγωνιστών σε ένα καθεστώς κινητικότητας με νόημα και ουσία μέσα από την οικειότητα, τη δυναμική, την αμεσότητα, του ανθρώπινου λόγου που αναδεικνύεται ως η απόλυτη επικοινωνική πράξη: «Πάρε τις λέξεις μου, δώσ’ μου το χέρι σου, και όλα θα πάνε καλά. Τα κακά θα τελέψουν, τα άσχημα θα σβηστούν, οι φουρτούνες θα κοπάσουν, το καλό θα μπολιαστεί για ν’ αντέξει Πίσω από τις καταιγίδες κρύβεται η καλοκαιρία, κι έχε τον νου σου γιατί τίποτε δεν είναι για πάντα…»

Πεμπτουσία: Είναι η πρώτη φορά που εφαρμόζεται το πρόγραμμα «Παραμύθια στη Βιβλιοθήκη»
Δ. Προύσαλης: Το συγκεκριμένο πρόγραμμα-πρόταση εφαρμόζεται για δεύτερη συνεχόμενη περίοδο για το διάστημα Νοεμβρίου 2014-Ιουνίου 2015 μετά την περυσινή μεγάλη ανταπόκριση και κοσμοσυρροή (Οκτώβριος 2013-Ιούνιος 2014). Απευθύνεται σε εφήβους και ενήλικο κοινό και οι αφηγήσεις πραγματοποιούνται κάθε πρώτη Παρασκευή του μήνα στις 7.00 μμ στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων (Δομοκού 2, Σταθμός Λαρίσης) με ελεύθερη πάντα είσοδο αλλά απαραίτητη την κράτηση θέσεων τηλεφωνικά. Υποστηρίζεται οργανωτικά από τον Οργανισμό Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας.
Πεμπτουσία: Πώς συνδέεται η αφήγηση με το χώρο των βιβλιοθηκών;
Δ. Προύσαλης: Η σύνδεση του προφορικού λογοτεχνικού λόγου με την έντυπη παραγωγή αποτέλεσε πάντα ένα στοίχημα για τους χώρους γνώσης και πληροφόρησης των βιβλιοθηκών. Στα τέλη του 1890 καταγράφεται ένα πολυσήμαντο κοινωνικοπολιτιστικό γεγονός στις ΗΠΑ με τη λειτουργία γωνιών αφήγησης αρχικά για παιδικό κοινό στις δημόσιες βιβλιοθήκες των μεγαλύτερων αστικών κέντρων Ντένβερ, Βοστώνης, Μασαχουσσέτης, Πίτσμπουργκ, Νέας Υόρκης. Στόχος αποτέλεσε η δημιουργία γέφυρας μέσω του προφορικού λόγου-οικείου στα βιώματα των ανθρώπων-με το υλικό των βιβλιοθηκών για τη λειτουργική είσοδο του κοινού γενικών χαρακτηριστικών, αλλά και η άτυπη υποστηρικτική παρέμβαση σε ενήλικους και παιδιά μετανάστες για τη βελτίωση στη χρήση της γλώσσας. Η εκπαίδευση των βιβλιοθηκονόμων για την κάλυψη των νέων αναγκών δημιουργεί τη συγκρότηση «σχολών» αφήγησης και την καθιέρωση της «Ώρας της αφήγησης» ως νέου θεσμού.
Το 1927 το 79% των βιβλιοθηκών στις ΗΠΑ διοργάνωναν σε τακτική-περιοδική βάση προγράμματα αφήγησης για παιδικό και ενήλικο κοινό φέρνοντας στο προσκήνιο εμπνευσμένες βιβλιοθηκάριες οι οποίες ξεπήδησαν  με παράλληλη επαγγελματική σταδιοδρομία στο χώρο της αφήγησης (πχ Ruth Sawyer, Augusta Baker, Beth Nesbitt, Gudrun Thorne κλπ). Λίγο αργότεραεμφανίζονται σε ευρωπαϊκές και μη χώρες (Μ. Βρετανία. Γαλλία, Καναδάς, Ιαπωνία, Ν. Ζηλανδία) οι θεμοθετημένες αφηγήσεις στους χώρους των βιβλιοθηκών και σιγά-σιγά καταγράφεται μια τεράστια εμπειρία από την παγκόσμια εξάπλωση του φαινομένου, ενώ στις πρόσφατες  δεκαετίες παρουσιάζονται σημαντικές νεο-αφηγήτριες από το χώρο των βιβλιοθηκάριων με σημαντική συμβολή στην εξάπλωση της προφορικής αφήγησης (Eileen Colwell, Anne Pellowski κλπ)
κλπ).
Πεμπτουσία: Κύριε Προύσαλη, θα θέλατε να μας μιλήσετε τώρα για το 2ο Φεστιβάλ Αφήγησης «Αθήνα…μια πόλη παραμύθια 2015» καθώς και για την πρότασή σας;
Δ. Προύσαλης: Φέτος με αφορμή το 2ο Φεστιβάλ Αφήγησης «Αθήνα… μια πόλη παραμύθια 2015» που συν-διοργανώνεται από τον Δήμο της Αθήνας (ΟΠΑΝΔΑ) με το Φεστιβάλ Αφήγησης Πηλίου του Κένταυρου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης (20 Μαρτίου) θα έχουμε την υποστήριξη της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών με την παραχώρηση δύο ενοριακών εστιών όπου θα ακουστούν συναξαριακές ιστορίες από κληρικούς. Η δίχρονη εμπειρία που αποκομίσαμε από το Πήλιο στη σχετική θεματολογία, μας οδήγησε να προτείνουμε κάτι αντίστοιχο και να ευοδωθεί η κίνησή μας.



Δεκέμβριος 2014
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΑ ΤΟ PROJECT "Αφήγηση" ΣΤΟ 7ο  ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΝΕΑΣ ΙΩΝΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Δόθηκε σε επιτροπή μαθητών του Σχολείου που εμπλέκονταν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα και αναρτήθηκε στον ιστότοπο 7gym-n-ionias.att.sch.gr στη σελίδα ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ (2014-2015 ΓΙΟΡΤΕΣ-"Ένας παραμυθάς στο σχολείο μας" (9-12-2014)


Από τη συνάντηση και αφήγηση με τους μαθητές του 7ου Γυμνασίου Ν. Ιωνίας Αττικής
 


1. Ποια ήταν η σχέση σας σαν παιδί με τα λαϊκά παραμύθια;


ΑΠ.  Όταν ήμουν στην ηλικία των οκτώ ετών , το 1973, μια θεία μου μού έκανε δώρο στη γιορτή μου ένα βιβλίο που κυκλοφορεί ακόμα. Ήταν της Αυγής Λαγού-Παπάκου «Ιστορίες σαν παραμύθια» εκδόσεις ΑΣΤΕΡΟΣ που αναφερόταν σε λαϊκές παραδόσεις, δηλαδή ιστορίες πιστευτές. Ακόμα θυμάμαι τις ιστορίες που διάβαζα τότε, παράξενες  μα συνάμα και συναρπαστικές. Αργότερα στο χωριό μου, στο Πήλιο, τα καλοκαίρια άκουγα τις θείες μου, μεγάλες γυναίκες τότε, να λένε ιστορίες με νεράιδες και γοργόνες, μιας που οι θείοι μου ήταν ψαράδες και είχαν στενή σχέση με τη θάλασσα. Πολύ αργότερα η αδερφή του πατέρα μου η θεία Αθηνά έλεγε με τις ώρες παραμύθια κάτω από την κληματαριά της και ταξίδευε όσους άκουγαν.

2. Τι σας ώθησε ν’ ασχοληθείτε με τα λαϊκά παραμύθια και σε ποια ηλικία;


ΑΠ. Κάποια στιγμή πριν 15 χρόνια, το 1999, βρέθηκα να παρακολουθώ ένα τριήμερο συνέδριο. Ανάμεσα στις εισηγήσεις ήταν και μια που αφορούσε στην αφήγηση των λαϊκών παραμυθιών και μου άνοιξε ένα παράθυρο αναζήτησης και ενασχόλησης. Από τότε ασχολούμαι με τη μελέτη τους, την καταγραφή τους και τον κόσμο που κρύβεται πίσω από τις υποθέσεις των παραμυθιών ελληνικών αλλά και από άλλες πατρίδες. Το 2002 ξεκίνησα ένα εργαστήρι που κράτησε συνολικά δύο χρόνια και από το 2003 αφηγούμαι συστηματικά σε ποικίλα ακροατήρια και διαφορετι-κούς χώρους.  Ξεκίνησα να λέω ιστορίες στην ηλικία των 38 ετών.

3. Ποια η διαφορά ανάμεσα στο λαϊκό παραμύθι και στη λογοτεχνική ιστορία;


ΑΠ. Το λαϊκό παραμύθι παρουσιάζει μια καθολικότητα ως φαινόμενο. Δηλαδή δεν υπάρχει λαός πάνω στη γη που να μην έχει φτιάξει παραμύθια στο πέρασμα των καιρών. Τα παραμύθια ανήκουν σε όλη την κοινότητα που τα υιοθετεί και τα αναδιηγείται  από την αφήγηση ενός παραμυθά που διαθέτει το ταλέντο της μυθοπλασίας ή μεταφέρει παραμύθια που άκουσε από αλλού. Η παραμυθιακή ιστορία χαρακτηρίζεται από μια ανωνυμία και προφορικότητα που δοκιμάζεται από το χρόνο και μεταφέρει αξίες και μηνύματα θετικά και αποδεκτά από όλους. Η λογοτεχνική ιστορία είναι προϊόν μιας περιόδου όπου ο λόγος πήρε γραπτή μορφή. Σήμερα υπάρχουν λαοί που ενώ έχουν παραμύθια δεν έχουν ακόμη γραπτό λόγο, γλώσσα αποτυπωμένη στο χαρτί.


Οι λογοτεχνικές ιστορίες έχουν ενδιαφέρον αλλά αποτελούν δημιουργία μιας μόνο συνείδησης, αυτής του συγγραφέα, που εκφράζει τις ιδέες του, την ευαισθησία του, τις  απόψεις του, που ίσως είναι και του καιρού του-σύγχρονες της εποχής που ζει. Οι λογοτεχνικές ιστορίες θα κριθούν μελλοντικά. Το παραμύθι έχει αντέξει στο χρόνο και μάλιστα σε εποχές που δεν υπήρχαν οι σημερινές ευκολίες καταγραφής και διάσωσης, όταν οι ιστορίες ταξίδευαν από στόμα σε στόμα και οι αλήθειες που κρύβονταν κάτω από μεγάλα ψέματα βοήθησαν στην επιβίωσή τους.
Επίσης τα λαϊκά παραμύθια παρουσιάζονται σε παραλλαγές δηλαδή εκδοχές της κεντρικής υπόθεσης της παραμυθιακής ιστορίας-κοινό κτήμα των λαών του κόσμου ενώ οι λογοτεχνικές ιστορίες έχουν μια μοναδικότητα, εκείνη του δημιουργού τους.


4. Πιστεύετε ότι το λαϊκό παραμύθι πρέπει να συμβάλλει  στην εκπαίδευση των παιδιών;


ΑΠ. Είμαι σίγουρος πως το λαϊκό παραμύθι μπορεί να συμβάλλει στην εκπαίδευση των παιδιών όλων των ηλικιών αν και δεν φτιάχτηκε αποκλειστικά για την παιδική ηλικία αλλά για να απευθύνεται στους ενηλίκους. Απλά κάθε ηλικιακή ομάδα μπορεί και πρέπει να ακούσει τις ιστορίες που είναι κατάλληλες για τα μηνύματά  τους στην αντίστοιχη περίοδο με τις ανάγκες, τις αναζητήσεις και βέβαια ανάλογες του πνευματικού επιπέδου που κατέχει η ομάδα στην οποία απευθύνεται η ιστορία. Παράδειγμα ήταν τα παραμύθια που σας αφηγήθηκα στη συνάντησή μας, με την κυρά Μιζέρια, τους δύο ποντικούς και τον Φοίνικα με την πέτρα. Την επόμενη μέρα με είχαν καλέσει να μιλήσω στο Παιδαγωγικό Τμήμα των Δασκάλων, στους πρωτοετείς φοιτητές, στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο όπου αναφέρθηκα με επιχειρήμα-τα  για την παιδαγωγική αξιοποίηση των λαϊκών παραμυθιών μέσα στη σχολική τά-ξη και το ρόλο του εκπαιδευτικού ως αφηγητή. Το λαϊκό παραμύθι μεταφέρει πο-λύτιμα μηνύματα από τον πολυσύνθετο κόσμο των ενηλίκων και προετοιμάζει τους νεότερους για σχέσεις και συμπεριφορές που δεν έχουν ακόμα ζήσει αλλά σίγουρα θα συναντήσουν στη ζωή τους μελλοντικά. Προωθεί δηλαδή την κοινωνική ένταξη και συνοχή ενώ ενισχύει την ατομική αυτονομία και την προσωπική ωρίμανση. Στο χώρο της εκπαίδευσης μπορεί να συνδεθεί σε σχέση με την Διαπολιτισμική Εκπαίδευση, την Περιβαλλοντική Αγωγή, την Αγωγή Υγείας, τις δραστηριότητες ενάντια στη σχολική βία, αλλά και ως υλικό-αφορμή σύνδεσης των μαθημάτων της Γλώσσας, της Γεωγραφίας, των Θρησκευτικών, των ξένων γλωσσών με σχετικές ιστορίες.

5. Ποιο είναι το αγαπημένο σας παραμύθι και γιατί;


ΑΠ. Δεν έχω ένα αγαπημένο αλλά πολλά. Στην ουσία όλα τα παραμύθια που αφηγούμαι είναι αγαπημένα και ιδιαίτερα. Θα έλεγα πως δε μπορώ να πω παραμύθια που δεν αγαπώ. Το κάθε ένα έχει τη δική του λογική και φιλοσοφία που κάτι μου μεταφέρει και με συναντά την ώρα που το χρειάζομαι ή κάτι με απασχολεί επίμονα. Τότε έρχεται η ιστορία να φωτίσει τη λύση ή την οπτική μέσα από την οποία θα μπορούσα να δω πράγματα που αφορούν τον περίγυρό μου. Απλά κάθε φορά, άλλα παραμύθια είναι δυνατότερα για τα μηνύματά τους και άλλα έρχονται με μεγαλύτερο ειδικό βάρος να πάρουν τη θέση τους. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια αφηγούμαι παραμύθια γι’ αυτήν την περίεργη, πολύπλοκη και δύσκολη συνθήκη που βιώνει η πατρίδα μας και που σίγουρα δεν της αξίζει.


             6. Τι είναι για σας λαϊκό παραμύθι;


ΑΠ. Είναι ένα μοναδικό χαρμάνι συνάντησης του προφορικού λόγου με τις λόγιες λογοτεχνίες, τα δημοτικά τραγούδια, τις μυθολογίες και τις αρχαίες γραμματείες. Είναι καράβι και ταξίδι μαζί , ένα μέσο για να εκφράσει ο λαϊκός άνθρωπος όλων των τόπων κι όλων των εποχών-στις ιστορικές συνθήκες του περίγυρού του-τις απόψεις του για τα μεγάλα και τα μικρά της ζήσης. Με πρόσχημα την ψυχαγωγία επικοινωνεί, κρίνει, τοποθετείται, διακωμωδεί όσα τον ενοχλούν και του προκαλούν την προσοχή και μέσα από μεγάλα ψέματα κρύβει αλήθειες ακόμα μεγαλύτερες  για τη ζωή ολωνών. Άρα είναι για μένα η απόλυτη επικοινωνιακή πράξη να αφηγείσαι παραμύθια που είπαν άλλοι πριν από σένα και που μπορεί να ταξιδέ-ψουν μέσα από όσους τα ακούσουν και τους συγκινήσουν.

7. Πώς κατατάσσονται τα λαϊκά παραμύθια;
ΑΠ. Υπάρχει ένας Διεθνής Κατάλογος Ταξινόμησης και Κατάταξης και κάθε χώρα έχει τον δικό της εθνικό κατάλογο. Στην Ελλάδα ο Γ. Μέγας, μαθητής τού πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας Νικολάου Πολίτη,  ανέλαβε να κατατάξει τα παραμύθια του λαού μας σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα συγκεντρώνοντας μια πολύτιμη προφορική κληρονομιά από όλον τον ελληνόφωνο κόσμο-εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων-σε 23.000 δελτία στα επίσημα αρχεία. Τα παραμύθια χωρίζονται με βάση κωδικούς αριθμούς που τους αποδέχονται όλοι οι παραμυθιολόγοι επιστήμονες και δημιουργούν έτσι μια «κοινή» γλώσσα συνεννόησης. Δηλαδή τα παραμύθια των λαών δεν είναι «ιστοριούλες» για να φας τη σούπα σου ή να κοιμήσεις το παιδί σου, αλλά ένα σοβαρό ανθρωπολογικό υλικό μέσα από το οποίο αποτυπώνονται οι ιδιαίτερες αντιλήψεις κάθε λαού για τη ζωή και τις ποιότητες που αυτή αναδεικνύει. Σήμερα μια ομάδα Ελλήνων  λαογράφων-φιλολόγων και ανθρωπολόγων (κ. Άννα  Αγγελοπούλου, κ. Μαριάνθη Καπλάνογλου, κ. Εμμανουέλα Κατρινάκη) μελετά το συγκεντρωμένο υλικό στην Ελλάδα και το κάνει επιστημονικό βήμα για διεπιστη-μονικούς διαλόγους. Μάλιστα το 2012 μια ιδιαίτερη κατηγορία των ελληνικών πα-ραμυθιών, τα «Μαγικά Παραμύθια» ευτύχησαν να κυκλοφορήσουν στην αγγλική γλώσσα και να φτάσου έτσι στις άκρες του επιστημονικού κόσμου.Τα παραμύθια λοιπόν γενικά χωρίζονται σε Μύθους Ζώων, σε Μαγικά Παραμύθια, σε Θρησκευτικές ιστορίες, σε Νοβελιστικά-Ρεαλιστικά Παραμύθια, σε Ιστορίες για ανόητους δράκους, διαβόλους και γίγαντες, σε Ανεκδοτολογικά-Χιουμοριστικά-Ευτράπελα Παραμύθια και σε Κλιμακωτά-Τυπολογικά Παραμύθια. Η κάθε κατηγορία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και την ιδιαίτερη λειτουργία της.

8. Κάποιοι άνθρωποι υποστηρίζουν ότι τα παραμύθια
είναι ιστορίες για παιδιά. Εσείς τι πιστεύετε ;
ΑΠ. Πάντα σε κάθε χώρο υπάρχουν αυτοί που νομίζουν πως τα ξέρουν όλα και έχουν για όλα μια άποψη. Τα παραμύθια είναι ένα πολυσήμαντο υλικό που φτιάχτηκε σε μια εποχή που τα παιδιά δεν είχαν αυτήν την ιδιαίτερη αξιακή θέση που κατέχουν σήμερα στην κοινωνία μας. Σίγουρα αρκετά από αυτά απευθύνονται και αφορούν στην παιδική ηλικία αλλά οι πιο σημαντικές λαϊκές ιστορίες είχαν ως στόχο το ενήλικο κοινό και τις ανάγκες του. Μια τέτοια ιστορία για παράδειγμα είναι το παραμύθι του Έρωτα και της Ψυχής που το ευρύ κοινό το γνωρίζει σήμερα μέσα α-πό την υπόθεση της Πεντάμορφης και του Τέρατος. Αν αυτοί που αμφισβητούν τα παραμύθια βρεθούν στην κατάλληλη αφήγηση και ακούσουν με την καρδιά τους ανοιχτή-κι όχι με το μυαλό τους- τις ιστορίες που θα πει ο παραμυθάς , σίγουρα θα αλλάξουν γνώμη.
Σας εύχομαι καλή επιτυχία στο πρόγραμμα που εκπονείτε και σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να μιλήσω  για τα παραμύθια που αγαπώ και που με τις αφηγήσεις μου υπηρετώ.

Αύγουστος 2014

Με αφορμή το 4ο Φεστιβάλ Αφήγησης Πηλίου "Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη" (3-10 Αυγούστου 2014)

(στον διαδικτυακό κόμβο www.pemptousia.gr και στη δημοσιογράφο Κατερίνα Χουζούρη)



-Στην αφίσα, ένα κουβάρι μαλλί συνδέει έναν κένταυρο και ένα τραίνο πάνω στο οποίο υπάρχει μια κάμερα.  Θα ήθελα ένα σχόλιό σας για την αφίσα και τη σημασία της.
ΑΠ. Ο Κένταυρος αποτελεί ένα κατεξοχήν ον συνδεδεμένο με το Πήλιο αφού γνωρίζουμε από τη μυθολογία πως ο σοφός δάσκαλος Χείρωνας είχε τα λημέρια του στην περιοχή μας. Παράλληλα αναφέρεται στον τίτλο του φεστιβάλ «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη». Σημειωτέον πως το όνομα ενός εκ των διοργανωτών, του Πολιτιστικού-Εξωραϊστικού Συλλόγου Αγίου Γεωργίου Νηλείας, είναι «Ο Κένταυρος», ενώ ο άλλος εταίρος φορέας είναι η ΠΗΛΙΟΝ ΟΡΟΣ. Άρα κυριολεκτικά και μεταφορικά (στην πλάτη του συλλόγου-με την αρωγή του) το λογότυπο του φεστιβάλ  σχετίζεται με την γνωστή μυθολογική φιγούρα. Το τραίνο της αφίσας αναφέρεται στη συνεργασία που ξεκίνησε από πέρυσι με το τοπικό γρα-φείο της ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Η περιοχή μας έχει την τύχη να φιλοξενεί μια από τις παλιότερες εν λειτουργία σιδηροδρομικές γραμμές στον ευρωπαϊκό χώρο. Πρόκειται για τον συντοπίτη μας τον Μουντζούρη, που το 2013 έκλεισε 110 χρόνια ζωής στο κομμάτι των 16 χμ που συνδέεται από τα Άνω Λεχώνια ως τις Μηλιές ως επέκταση της πρότερης-αρχικής γραμμής Βόλου-Άνω Λεχώνια. Στην περσινή διοργάνωση  ο Μουντζούρης ήταν τιμώμενο «πρόσωπο» και η συνεργασία με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ πήρε μονιμότερο χαρακτήρα αφού κάθε χρόνο προβλέπεται η παρουσία του τραίνου με τη θεσμοθέτηση της «Ημέρας των παραμυθιών στο τραίνο»,  δηλαδή δύο διαδρομές, μια καθιερωμένη πρωινή και μια επιπλέον απογευματινή με ειδική τιμή εισιτηρίου και αφηγήσεις παραμυθιών στους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Η κάμερα παραπέμπει στο κινηματογραφικό εργαστήρι  υπό την ευθύνη του σκηνοθέτη Βασίλη Λουλέ, που φιλοξενείται στα πλαίσια των παράλληλων εκδηλώσεων. Το κουβάρι της αφίσας δεν είναι άλλο από το νήμα των ιστοριών που κάθε φορά ο Κένταυρος , την πρώτη ολόκληρη εβδομάδα του Αυγούστου, αρχίζει να ξετυλίγει, ένα ορατό και αόρατο συνάμα υλικό-η σχέση και οι λέξεις  που δίνουν νόημα στην εμπειρία του κόσμου.
-Μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι πρόκειται για ένα φεστιβάλ που περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα από εκδηλώσεις: αφηγήσεις, εργαστήρια, θερινό σχολείο, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, αφιερώματα, τιμητικές εκδηλώσεις, προβολές, συζητήσεις.  Πώς συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους;
ΑΠ: Είναι αλήθεια πως υπάρχει μια ποικιλία στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αφήγησης Πηλίου. Το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα σε όλες αυτές τις δραστηριότητες είναι τα λαϊκά πα-ραμύθια και η αφήγησή τους. Εμείς θέλουμε να αναδείξουμε ως κεντρικό αντικείμενο τη σημασία αυτού του πολύτιμου και πολυταξιδεμένου υλικού που κουβαλάει το άχρονο μέσα στο χρόνο και ταξιδεύει στο άτοπο μέσα από τόπους συμβολικούς, μεταφορικούς αλλά και πραγματικούς. Τα εργαστήρια για παράδειγμα σχετίζονται με πλευρές λειτουργικές του χώρου της αφήγησης και δίνουν την ευκαιρία σε νέους φίλους των λαϊκών παραμυθιών να κε-ραστούν από την τέχνη καταξιωμένων παραμυθάδων. Φέτος το κινηματογραφικό εργαστήρι που προανέφερα σχετίζεται με την ταινία 115’ του 2013 που επιμελήθηκε ο Β. Λουλές με θέμα τους λαϊκούς παραμυθάδες των Τρικάλων και τίτλο: «Πέρασα κι εγώ από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί». Το περιεχόμενο του προτεινόμενου εργαστηρίου έχει άμεση συνάφεια με το φεστιβάλ κι αφορά στο πώς μπορεί κανείς να καταγράψει οπτικά αλλά και με τεχνικές αξιώσεις τις προφορικές αφηγήσεις ανθρώπων αλλά και τις παραμυθιακές ιστορίες.
Το  Θερινό Σχολείο Παραμυθιών έχει ως αντικείμενό του εισηγήσεις πανεπιστημιακών και μελετητών του είδους που πραγματεύονται έναν τεράστιο ανθρωπολογικό πλούτο μέσα από μια ευρεία ματιά  επιστημονικών προσεγγίσεων. Οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις παρουσιάζουν τις έντεχνες εμπνεύσεις πολυτάλαντων δημιουργών που εκφράζονται με αφορμή τον μύθο και τα παραμύθια. Για παράδειγμα στο φετινό φεστιβάλ μια καλλιτέχνης κατασκευάζει σαπούνια με ευφάνταστες φόρμες και ξεχωριστά υλικά. Ένα έργο της έχει τον τίτλο: «Το δάκρυ του Κένταυρου» ενώ η δουλειά της εκτίθεται υπό τον γενικό τίτλο: «Σαπούνια για τις όμορφες, τις πεντάμορφες και τις βασιλοπούλες». Μια άλλη δημιουργός έχει ζωγραφίσει παραμυθιακά μοτίβα και θέματα πάνω σε  υποδήματα για όλες τις εποχές υπό τον τίτλο: «Θα λιώσεις σαράντα ζευγάρια παπούτσια για να με βρεις…» ενώ μια τρίτη εκθέτει τις δημιουργίες της από μέταλλο με τίτλο: «Από την Αργώ και τις τριήρεις στους ποδηλάτες». Το παραμύθι λοιπόν έχει έναν μοναδικό τρόπο να κινητοποιεί τις πιο δημιουργικές δυνάμεις έκφρασης του ανθρώπου.
Τα αφιερώματα και οι τιμητικές εκδηλώσεις κινούνται πάλι γύρω από το ίδιο αντικείμενο. Το 2012 συμπληρώθηκαν 200 χρόνια (1812-2012) από την πρώτη έκδοση των αδερφών Γκριμμ  «Παραμύθια για τα παιδιά και την οικογένεια» και οργανώθηκε μια έκθεση με σπάνιο οπτικό υλικό στα πλαίσια του παγκόσμιου αφιερώματος για το έργο των Γερμανών φιλολόγων και μελετητών. Το 2013 τιμήθηκε η συντακτική ομάδα του Ελληνικού Καταλόγου Κατάταξης Παραμυθιών (υπάρχει και τέτοιος) με αφορμή την κυκλοφορία στην αγ-γλική γλώσσα της επιτομής του πεντάτομου ελληνικού έργου «Μαγικά παραμύθια». Το ελληνικό παραμύθι, δηλαδή οι φωνές των παππούδων και των άγνωστων προγόνων μας, ταξιδεύουν πια στα διεθνή φόρα των επιστημόνων και γίνονται πόλος έλξης μα και ευκαιρία για διαπολιτισμικό διάλογο, συγκριτική μελέτη κλπ εμπλουτίζοντας έτσι με ελληνικό «χρώμα» το παγκόσμιο παραμυθολογικό στερέωμα.
Το 2014 τιμούμε έναν ξεχωριστό άνθρωπο που βραβεύτηκε με έπαινο για τη λαογραφική του συμβολή στην καταγραφή του κρητικού παραμυθιού. Πρόκειται για τον Αριστοφάνη Χουρδάκη που για τριάντα ολόκληρα χρόνια καταγράφει την προφορική παραμυθιακή παράδοση της Κρήτης, διασώζοντας έναν μοναδικό γλωσσικό και ανθρωπολογικό θησαυρό.  Τιμώμενος φορέας επίσης είναι για φέτος και οι εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ για τα 20χρονα της ενδιαφέρουσας σειράς «Του κόσμου τα παραμύθια» που αριθμεί μέχρι σήμερα 31 αυτοτελείς τίτλους. Ως διοργανωτές λοιπόν θελήσαμε να προβάλουμε σφαιρικά τη σημαντικότητα αυτού του τόσο υποτιμημένου και παραγνωρισμένου υλικού και με κεντρικό άξονα τις αφηγήσεις να θίξουμε πλευρές του άξιες λόγου.
-Το θέμα της φετινής παγκόσμιας ημέρας  αφήγησης  "Δράκοι και Τέρατα" κυριαρχεί στο φεστιβάλ.  Ποιοι είναι οι δράκοι και τα τέρατα της εποχής μας και πώς τα παραμύθια μπορούν να μας βοηθήσουν να τους αντιμετωπίσουμε;
ΑΠ. Η Παγκόσμια Ημέρα Αφήγησης που γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 20 Μαρτίου γίνεται με αναφορά σε ένα κεντρικό θέμα. Έτσι λοιπόν όλες οι γιορταστικές εκδηλώσεις από φορείς, κέντρα της αφήγησης κλπ σε 30 περίπου χώρες και σε τέσσερις ηπείρους, για το 2014 αφορούσε στους Δράκους και τα Τέρατα. Πιστεύω πως οι δράκοι της εποχής μας και τα τέρατα έχουν μια ποικιλομορφία και μια διαβάθμιση. Εμείς σκεφτήκαμε να γίνει μια έμμεση αναφορά στο θέμα της συγκεκριμένης γιορτής φέρνοντας-αφηγηματικά-τους δράκους στην αυλή ενός δρακοκτόνου αγίου -με πάρα πολλές αναφορές στα λαϊκά παραμύθια- με έναν ευφάνταστο τίτλο: «Κι έγινε στου Άη Γιώργη την αυλή… των δράκων το κακό το συναπάντημα». Οι δράκοι ενίοτε είναι εσωτερικοί και άλλες φορές εκπορεύονται από εξωτερικούς πα-ράγοντες. Άλλες φορές είναι μεταμφιεσμένοι για να μας ξεγελάσουν και άλλοτε εμφανίζονται  με όλη τους την αγριάδα και την ασχήμια προσπαθώντας να μας κάνουν να  λιγοψυχήσουμε. Για μένα πάντως δεν έχουν μόνο οικονομική βάση ούτε καθορίζονται από απόλυτα κοινωνικά κριτήρια και χαρακτηριστικά. Η ιστορία αυτού του τόπου έδειξε πως οι παλιότερες γενιές έζησαν σε δυσκολότερες συνθήκες και σε πιο απάνθρωπα περιβάλλοντα όπου η ζωή του καθένα  ήταν σε άμεσο και καθημερινό κίνδυνο και δεν έμπαινε θέμα «ποιότητας» αλλά ουσιαστικής βιολογικής επιβίωσης.  Τα  λαϊκά παραμύθια μας βοηθούν να αντιμετωπίσουμε όλα τα εμπόδια της ζωής. Μας υποδεικνύουν συμπεριφορές απόλυτα ενεργητικής διάθεσης μιας που οι παραμυθιακοί ήρωες ποτέ δεν κάνουν πίσω και μας διδάσκουν πως οι δράκοι είναι πάντα εκεί και δεν τους νικάς ούτε εύκολα ούτε με την πρώτη φορά. Μοιάζουν ανίκητοι μα δεν είναι, αν πιστέψουμε στις δυνάμεις μας. Και σ’ αυτόν τον αγώνα θα βρεθούν αρωγοί, να σταθούν δίπλα μας,  αρκεί να δώσουμε την πρέπουσα προσοχή κι αν κρατήσουμε την απαιτούμενη για την περίσταση στάση…
-Στο πολύ πλούσιο πρόγραμμα του φεστιβάλ,  το οποίο μπορεί να βρει κανείς στην ιστοσελίδα http://paramythiakaimythoitoukentavrou.blogspot.gr, στην οποία επίσης αναφέρονται με λεπτομέρειες η ώρα και οι χώροι όπου πραγματοποιείται, παρατηρούμε ότι την Παρασκευή 8 Αυγούστου, Μοναχές της Ι.Μ. Παμμεγίστων Ταξιαρχών, Αγίου Γεωργίου Νηλείας, διηγούνται ιστορίες και θρύλους των Συναξαρίων.  Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι' αυτήν την ξεχωριστή ιδέα;
ΑΠ. Από το 2013 σκεφτήκαμε να εμπλουτίσουμε το πρόγραμμα των αφηγήσεων και με συ-ναξαριακές ιστορίες. Πρόκειται για ένα σημαντικό υλικό για το περιεχόμενο και τα μηνύματά του που αναδεικνύει στάσεις, υποδεικνύει συμπεριφορές και μεταφέρει μηνύματα δύναμης σε καιρούς αδυναμίας. Έχουν ως ιστορίες μια συνάφεια με τη βασική ραχοκοκαλιά των παραμυθιών με πρωταγωνιστές, προβλήματα προς επίλυση, βοηθούς και αντιπάλους για τον κύριο πρωταγωνιστή, αρνητικές φιγούρες, δράση σε χρόνο και χώρους, επιφέρουν λύσεις και επιτρέπουν υποκειμενικά και αντικειμενικά συμπεράσματα.   Ως υποθέσεις φέρνουν στην επιφάνεια άγνωστες πτυχές της ορθόδοξης χριστιανικής οσιολογικής και μαρτυ-ρολογικής ιστορίας και μας επιτρέπουν να γνωρίσουμε πλευρές από τη ζωή γνωστότερων προσώπων και να μάθουμε παραδειγματιζόμενοι από αυτές. Μιλούν για το φως μέσα στα σκοτάδια κι ανοίγουν δρόμους.  Στη λογική των διοργανωτών του Φεστιβάλ Αφήγησης Πηλίου-που είναι ετήσιο και φέτος διανύει την τέταρτη συνεχόμενη χρονιά του, ήταν  να αξιοποιηθεί αυτή η παρακαταθήκη της παράδοσης και να έρθει σε επαφή μαζί του ένα ευρύτερο κοινό όλων των ηλικιών σπάζοντας στεγανά και προκαταλήψεις. Οι περσινές συμμετοχές  ιερέων από ναούς της περιοχής του Αγίου Γεωργίου Νηλείας και του διευθυντή της Ορθόδοξης Μαρτυρίας, ραδιοφωνικού σταθμού της Ι. Μητρόπολης Δημητριάδος,  με αφηγήσεις  για τη ζωή των Οσίου Γεδεών του εν Τυρνάβω μαρτυρήσαντα, του Συμεών του Ανυπόδητου και Μονοχιτώνα, του Αγίου Ιωάννη του Ρώσσου και της Αγίας Παρασκευής κράτησαν αμείωτο το ενδιαφέρον σε περισσότερους από 100 ακροατές. Η φετινή βραδιά θα συμπεριλάβει και θρύλους από τη ζωή των Αγίων, δηλαδή λαϊκές ιστορίες που ήταν όμως πιστευτές καθώς οι πρωταγωνιστές από τη μεριά των εμπλεκόμενων λαϊκών υπήρξαν υπαρκτά πρόσωπα και αφηγούνται στην ιστόρησή τους συμβάντα όλο νόημα.



Δεκέμβριος 2013

Με αφορμή το 3ο Φεστιβάλ Αφήγησης της Αθήνας
(στον διαδικτυακό κόμβο www.themachine.gr)


Αφήγηση και Λαϊκό παραμύθι
Από τον Δημήτρη Προύσαλη
Τα λαϊκά παραμύθια του κόσμου κάτω από το πρόσχημα της επιβεβαίωσης του ψυχαγωγικού τους χαρακτήρα έχουν μια μοναδική ικανότητα: Να μας αποκαλύπτουν, μέσα από προσομοιώσεις υποθέσεων πραγματικών περιβαλλόντων ή φανταστικών προβολών και επινοήσεων, έναν τρόπο να πραγματευόμαστε τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της ζωής, βιωμένης ή επικείμενης μελλοντικής. Σε περιόδους αδιεξόδων ή κρίσεων αποτελούν έναν πολύτιμο πόλο φωτεινότητας αφού η θετική αντίληψη των απανταχού λαϊκών ανθρώπων προβάλλεται μέσα από αντίστοιχα πρότυπα ανάλογων θετικών στάσεων των εμπλεκόμενων πρωταγωνιστών. Μας υπενθυμίζουν πως οι δράκοι-συμβολικοί ή μη- δεν είναι ανίκητοι αντίπαλοι, οι δυσκολίες δεν είναι ανυπέρβλητες, πως η ζωή έχει πολλές πλευρές με αντιθέσεις και οι καταστάσεις παρουσιάζουν παροδικότητες. Αρκεί εμείς να μη οπισθοχωρήσουμε, αρκεί να μη λυγίσουμε στα δύσκολα, αρκεί να θελήσουμε την αυτονόητη μα όχι εύκολη επιβεβαίωση του δίκιου, αυτήν που κερδίζει ο ήρωας πάντα μέσα από δοκιμασίες.
Σε εποχές σκοτεινών περιόδων μοιράζουν απλόχερα την αισιοδοξία και ενδυναμώνουν την ενέργειά μας σε μια λογική μεταστροφής της διάθεσής μας έτσι ώστε να μπορέσουμε τελικά να μπολιάσουμε θετικά την καθημερινότητά μας. Μας υποδεικνύουν λύσεις και δημιουργούν άδηλα διαδικασίες αναστοχασμού και αποκρυστάλλωσης της συλλογικής εμπειρίας του κόσμου. Χωρίς να μας αποκοιμίζουν, μας καθησυχάζουν αφού στο τέλος όλα θα πάνε καλά και μοιράζουν απλόχερα την ελπίδα. Τι στάση θα κρατήσουν δυο ποντικοί που παγιδεύονται σε ένα πηγάδι; Ποιο μήνυμα κρύβει ένα λουκούμι με φιστίκι ενός ξεπεσμένου βεζίρη; Ποια φράση γραμμένη σε δαχτυλίδι κρατά τον άνθρωπο σε ισορροπία; Είναι πάντα κακό ένα κακό σαν φανερώνεται; Τι μπορεί να κρύβει ένα όνειρο; Ιστορίες δύναμης κι ελπίδας, υπομονής και απαντοχής για να διώξουμε τα σκοτάδια, τα μέσα μας και τα έξω από μας…


Μάρτιος 2013 

Μικρή συνέντευξη του Δημήτρη Β. Προύσαλη
στη στήλη της Σοφίας Μαυράντζα 
Εφημερίδα "Η ΘΕΣΣΑΛΙΑ" 
 Παρασκευή 22/3/2013






1.Πού έχει τις ρίζες της η αφήγηση;

Δ. Π:  Η αφήγηση είναι μια πανάρχαια ανάγκη του αν-θρώπου σύμφυτη με την παρουσία του στη γη και την ανάγκη  πραγμάτευσης των συνθηκών ζωής του. Τον βοηθά να εξωτερικεύσει τον εσωτερικό του κόσμο και να τοποθετηθεί απέναντι στις κοινωνικές του σχέσεις και τη μύησή του στη ζωή με την ασφάλεια της απόστασης του ¨"Μια φορά κι έναν καιρό...ήταν και δεν ήταν..."  με ένα περίβλημα καλλιτεχνικό και παραστασιακό αλλά κατεξοχήν επικοινωνιακό. Ο άνθρωπος θεωρείται ζώο αφηγηματικό, Homo narrans.

2.Πότε και με ποια αφορμή ξεκινήσατε να αφηγείστε;

Δ. Π: Η βιωματική σχέση με την αφήγηση υπήρχε ανέκαθεν στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ο Βλάσης, στην Ολλανδία όταν επέστρεφε από τη δουλειά του στο εργοστάσιο μας έλεγε γύρω από το τραπέζι ι-στορίες από το πέρασμα της μέρας και μας ζητούσε να του αφηγηθούμε πώς κύλησε η δική μας μέρα στο σχολείο. Αργότερα τα καλοκαίρια κάνοντας διακοπές στην Γατζέα  άκουγα τις θείες μου την Μαλαμώ και την Αθηνά να λένε τα βράδια ιστορίες για νεράιδες και ξωτικά και τη μανιά Ασπασία να αφηγείται ιστορίες με ναυτικούς-ήταν Τρικεριώτισσα- και περιπέτειες της θάλασσας. Γνώρισα την α-φήγηση όμως σε μια βραδιά παραμυθιού σε ένα μπαράκι στην Αθήνα το 1997 ακούγοντας ιστορίες. Άρχισα να ασχολούμαι με το λαϊκό παραμύθι από το 1999 αλλά με την αφήγησή του από το 2003 μετά από σεμινάρια που κράτησαν περίπου δύο χρόνια κι έκτοτε ανανεώνονται τακτικά στη λογική της  διαρκούς μαθητείας.

3.Θέλει ταλέντο για να γίνει κάποιος καλός αφηγητής;

Δ. Π: Πιστεύω στη σκληρή δουλειά, τη διαρκή επανατροφοδότηση, τη διορθωτική ματιά και τη συνεχή βελ-τίωση στο πλαίσιο της αυτεπίγνωσης και της συνείδησης τού με τι υλικό έρχεσαι να αναμετρηθείς, και την ευθύνη που κουβαλάς απέναντι σε ιστορίες που σε ξεπερνούν, αφού εμείς οι αφηγητές, είμαστε μια στιγμή απ' το ταξίδι τους στο χρόνο. Το ταλέντο χρειάζεται αλλά μπορεί να μη σε πάει μακριά αν μείνεις μόνο σ' αυτό κι επαναπαυτείς… Καλός αφηγητής για μένα είναι εκείνος που μπορεί να αφουγκράζεται τις ανάγκες του κοινού του και να ξέρει τι θέλει να μοιραστεί και γιατί, χωρίς να μετατρέπεται σε διασκεδαστή.

4.Η αφήγηση είναι μόνο για μικρά παιδιά ή και τους μεγάλους;

Δ. Π: Η αφήγηση είναι για όλους, μόνο που  ο καθένας πρέπει να ακούσει αυτό που τον αφορά, αυτό που του αναλογεί  ψυχοπνευματικά και ταιριάζει στο επίπεδο της αντίληψής του. Στις μέρες μας -όπως και παλιά- μπορεί να στηρίξει όσους υπονομεύονται από τις αντικειμενικές δυσκολίες του κοινωνικοοι-κονομικού περίγυρου και δυσκολεύονται να βρουν τον προσανατολισμό τους ατομικά και συλλογικά ενώ ταυτόχρονα ψυχαγωγούνται. Η πολυπληθής και αδιάλειπτη συμμετοχή ενηλίκων εξάλλου στο Φεστιβάλ 'ΠΑΡΑΜΎΘΙΑ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ ΣΤΟΥ ΚΈ-ΝΤΑΥΡΟΥ ΤΗ ΡΑΧΗ"του Αγίου Γεωργίου Νηλείας τον Αύγουστο του 2012, αποδεικνύει ίσως πως το παιδικό ακροατήριο δεν έχει την αποκλειστικότητα. Άρα η αφήγηση αφορά τον παλιό άνθρωπο, το μικρό άνθρωπο αλλά και τον ενήλικο του 21ου αιώνα.

Δεκέμβριος 2012

Συνέντευξη για το ιστολόγιο 
http://Αxelwna.blogspot.com 

της Μαρίας Παπανικολάου 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ: 

ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ, 

ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ, ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ


Τον Δημήτρη τον γνώρισα όταν δούλευα στα Ελληνικά Γράμματα. Είχε έρθει με την ιδιότητα του δα-σκάλου εκεί και νομίζω πως κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα είχε στα σκαριά με την τάξη του και ζη-τούσε χορηγία. Από τότε τον είδα πολλές φορές σε συνέδρια των παιδαγωγικών τμημάτων πάνω σε εκπαιδευτικά θέματα. Αεικίνητος, ακούραστος και πάντα μαθητής και δάσκαλος μαζί.

            Για ανεξήγητους λόγους που δεν είναι τόσο ανεξήγητοι τελικά βρεθήκαμε στα μονοπάτια της αφήγησης. Αυτός μπήκε στο μονοπάτι κάνα χρόνο πριν από μένα. Ένα εργαστήρι κάναμε και μαζί.

Είναι ένας παθιασμένος αφηγητής, με δύναμη και αγάπη για τον ακροατή.Επίσης είναι ένας ακούρα-στος εργάτης, εργάτης - δάσκαλος, εργάτης - ερευνητής, εργάτης - αφηγητής. Μελετά, διαβάζει, γνωρίζει, ενημερώνεται!

            Ο Δημήτρης ο Προύσαλης δεν είναι τυχαία στην Αφήγηση. Είναι ο άνθρωπος ορχήστρα και ο άνθρωπος που βάζει το μεράκι και την αγάπη του σε αυτό που κάνει!  Άσε που έχει μια κούκλα κόρη και μια γυναίκα γλυκιά που αγαπά αυτόν και τα παραμύθια! Τυχερός άνθρωπος αλλά δεν είναι όλα τύχη στην περίπτωση του Δημήτρη είναι δουλειά και ψυχή, πολύ ψυχή.


Τον ρώτησα και είχε την καλοσύνη να μου απαντήσει: 



1. Η οικονομική κρίση επηρεάζει τη θεματολογία των αφηγήσεων σου;

Ο αφηγητής είναι άνθρωπος του καιρού του. Ζει σε μια εποχή αλλιώτικη από αυτή που γέννησε τις ιστο ρίες που εκείνος αγαπά και οφείλει να υπηρετεί. Η εποχή χαρακτηρίζει και τους αφηγητές της. Στο βαθ μό που ο αφηγητής γνωρίζει τη λειτουργία της προφορικής αφήγησης και τα χαρακτηριστικά του υλι κού που διαχειρίζεται και στο οποίο παρεμβαίνει συνομιλώντας -και βέβαια δεν θεωρεί τον εαυτό του διασκεδαστή του κοινού και σαλτιμπάγκο-χρησιμοποιεί το παμπάλαιο υλικό του για να παρεμβαίνει στο εδώ και στο τώρα της κάθε σύμβασης. Εξάλλου έχει μια βαθιά υποχρέωση που προκύπτει από την τοποθέτησή του στο κέντρο του λόγου να αρθρώνει τη γνώμη του με τέτοιον τρόπο ώστε οι ιστορίες του να πιάνουν τόπο. Αν υποστηρίζουμε πως οι ιστορίες συμβάλλουν στην εσωτερική μας  "μετακίνη ση" δια του αναστοχασμού και της ανανοηματοδότησης της βιωμένης εμπειρίας μας, μέσω του συμβο λικού στοιχείου και των διαφορετικών μηχανισμών που ενεργοποιούνται την ώρα της κοινώνησης των ιστοριών τότε ο αφηγητής συμμετέχει με το δικό του τρόπο σ' αυτήν την αλλαγή των συσχετισμών. 
              Η αφήγηση ανάμεσα στις άλλες-έχει και μια λειτουργία παρηγορητική. Ο λόγος των παραμυθιών που δοκιμάστηκε στο πέρασμα των καιρών μπορεί να μιλάει σε όλους τους ανθρώπους, όλων των τό πων, όλων των εποχών. Επειδή όμως κάθε εποχή έχει ιστορικές συνθήκες που την καθορίζουν, είναι α νάγκη η αφήγησή του να μπορεί να έχει συμβατότητες, μονοπάτια που να συνδέουν την τωρινή-σύγ χρονη κατάσταση με το "Μια φορά κι έναν καιρό..." των ιστοριών. Τα τελευταία τρία χρόνια, από το 2009, αφηγούμαι τοποθετούμενος απέναντι στη ζοφερότητα των νέων κοινωνικών συνθηκών. Στη θε ματολογία μου-πάντα μου άρεσαν τα παραμύθια με φιλοσοφικό υπόβαθρο-έχω εντάξει ιστορίες που προσπαθούν να σηκώσουν τα "αχ" του κόσμου λίγο ψηλότερα. Έχω μια εικοσάδα περίπου αφηγηματι κών σωμάτων που εναλλάσσω κατά περίσταση. Δίνω μεγάλο βάρος στους τίτλους. "Παραμύθια για δούλους κι αφεντάδες", "Λαϊκά παραμύθια ενάντια στων σκοτεινών μνημονίων τις ψυχοφθόρες επο χές", "Κι αυτό θα περάσει: Λαϊκά παραμύθια της υπομονής, της απαντοχής και της ελπίδας" κλπ. Αν στα παραμύθια τα πάντα μπορούν να συμβούν τότε γιατί όχι και στην καθημερινή ζωή μας; Ο αφηγητής πρέπει να ακούει τα χαρακτηριστικά των καιρών και να επιλέγει ανάλογα πώς θα μιλήσει. Θεωρώ αλή θεια πως η οικονομική κρίση λοιπόν έχει επηρεάσει τη θεματολογία των αφηγήσεων μου.

2. Όλο και περισσότεροι παραμυθάδες εισέρχονται στο χώρο. Εσύ είσαι και εισηγητής σε σεμινάρια και εργαστήρια, θεωρείς ότι αυτό ευνοεί την αφήγηση και την διάδοσή της στην Ελλάδα;

Ο ίδιος ο λαός έχει διατυπώσει μια καταπληκτική φράση: "Μικρό χωριό-Κακό χωριό!" Στο πρόσφατο συ νέδριο για τους αδερφούς Γκριμμ που οργανώθηκε την Αθήνα, στο ξεκίνημα της εισήγησης που παρου σίαζα εκεί ανέφερα το εξής: "Σήμερα περισσότερο από ποτέ μετά από 14 χρόνια σχέσης μελετητικής με το λαϊκό παραμύθι και σχεδόν 11 με την αφήγησή του, είμαι πεπεισμένος ότι όσα περισσότερα   συνέδρια, γίνουν, όσες περισσότερες αφηγήσεις πραγματοποιηθούν, όσες περισσότερες εκδόσεις κυκλοφορή σουν, όσο περισσότερα εργαστήρια στηθούν κι όσοι περισσότεροι αφηγητές εισέλθουν στο χώρο, τό σο καλύτερος γίνεται ο κόσμος μας...". Παρατηρώντας τους καινούργιους αφηγητές έχω μια κρυφή ελ πίδα αλλά και πολλές επιφυλάξεις δυστυχώς και αρκετές απογοητεύσεις. Η ελπίδα μου είναι πως θα πα-ρουσιαστούν νέες ματιές και ιστορίες κι ο καθένας θα βάλει την ποιότητά του στην "κοινή υπόθεση" υ πηρέτησης, διάδοσης κι εξάπλωσης της αφήγησης. Πως θα δουλέψει με μια σεμνότητα στο υλικό που τον ξεπερνάει. Εμείς δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε μια στιγμή από το ταξίδι της ιστορίας στο χρό νο, στεκόμαστε, πίσω της-στο πλάι της- και την ανασταίνουμε μέσα από τη δική μας μυθοπλαστική προσέγγιση και δεν τη χρησιμοποιούμε ως μέσο δικής μας προβολής. 
            Ο χώρος έχει πολλές ιδιαιτερότητες ανθρώπων και ποιοτήτων. Άλλοι με το που ξεκίνησαν έγιναν δάσκαλοι αυτοματικά, σχεδόν με αφηγηματική επιδότηση. Άλλοι, ενώ οργάνωναν σεμινάρια θέλοντας να αναδειχτούν σε δασκάλους, λειτούργησαν αποτρεπτικά και σχεδόν απαγορευτικά για τους μαθητές τους που επιχειρούσαν να αφηγηθούν τροποποιώντας τη σχέση τους με την αφήγηση. Άλλοι χωρίς να έχουν καμιά πρότερη σχέση με την αφήγηση των λαϊκών παραμυθιών και των μύθων ξαφνικά εισηγού νται γι΄αυτό κι οργανώνουν εργαστήρια. Χτεσινοί ή εν εξελίξει μαθητές έγιναν πεφωτισμένοι εισηγη τές κι άλλοι προτού να κλείσουν καν μια πενταετία τολμούν να αγγίξουν βαθύτερα και σοβαρότερα θέ ματα που άπτονται του κόσμου της αφήγησης. 
            Υπάρχει κατά τη γνώμη μου μια υφέρπουσα "ύβρις" με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Φαί νεται πως κάποιοι βιάζονται και μάλιστα πολύ. Η άποψή μου είναι πως είναι αναγκαία μια περίοδος μα θητείας μετά την ολοκλήρωση των όποιων σεμιναριακών ή εργαστηριακών σπουδών. Να δεις βρε παιδί μου, τι σου πάει, τι σου μιλάει, πώς θα κινηθείς, προς τα πού θα ψάξεις και θα ψαχτείς. Να μιλήσεις λίγο με τις ιστορίες και να τις ξαναδείς στη λογική της διαλογικότητας και της προσωπικής σου συνομιλίας με την καθεμιά τους. Έχω την αίσθηση πως πολλοί "διεκπεραιώνουν" ιστορίες αφηγηματικά και αλλά ζουν τα παραμύθια το ένα μετά το άλλο γρηγορότερα απ' τα ρούχα τους... Οι καινούργιοι χρειάζονται, και είναι ευπρόσδεκτοι, αρκεί κατά τη γνώμη μου-και είναι βέβαια βαθιά υποκειμενική-να μας πείσουν για τις προθέσεις τους, την καθαρότητα της καρδιάς τους, την ποιότητά τους  και τη διάθεσή τους να συμπορευτούν. Αυτά τουλάχιστον φροντίζω να λέω εγώ στους μαθητές των εργαστηρίων που έχω την εποπτεία και σ' αυτό επιμένω πολύ. Επικαλούμαι τη φράση του Μπρεχτ: "Βλέποντας τη στάση σου, παύει να με ενδιαφέρει ο λόγος σου". Θέλουμε οι όποιοι νεοεισερχόμενοι να φέρουν κοινό στην αφήγηση κι όχι να τον διώξουν. Οφείλουν λοιπόν να διακρίνονται για την ειλικρίνειά τους και την τιμιότητά τους στη όποια "σκηνή" βρεθούν να αφηγηθούν. 


3. Υπάρχουν χώροι που προσθέτουν στο πρόγραμμά τους το παραμύθι και τους αφηγητές. Θεωρείς πως είναι μόδα ή ανάγκη;

Υπάρχουν χώροι πραγματικά που προσθέτουν στο πρόγραμμά τους το παραμύθι και τους αφηγητές. Αλλού είναι μόδα, αλλού είναι το άγνωστο, το καινούργιο και πρωτότυπο. Αλλού ίσως να επηρεάζει και η κρίση. Όταν θέλεις να φέρεις κόσμο στο μαγαζί σου υιοθετείς οποιαδήποτε πρόταση σου κάνουν. Πι στεύω πως εναπόκειται-για μένα είναι βασική άγραφη υποχρέωσή του-στον κάθε αφηγητή που εμπλέ κεται με το χώρο να διαμορφώσει και να επηρεάσει θετικά τους ανθρώπους του χώρου προς όφελος της αφήγησης και του παραμυθιού. Είναι ο ενδιάμεσος κρίκος. Πρέπει να έχει λόγο και να παρεμβαίνει καί ρια και διακριτικά. Αν είσαι καινούργιος αφηγητής όμως γιατί να αφήσεις το χώρο να διαμορφώνει τι μές- πχ εισιτήριο στα 15€-Γιατί να έρθει κάποιος να σε ακούσει, τι προτάσσεις το οικονομικό ή το να έρθει κόσμος πιο κοντά στο παραμύθι και την αφήγησή του; Εγώ τόσα χρόνια αφηγητής, 15 € εισιτήριο δεν ζήτησα ποτέ μου...
              Στο βαθμό που ο αφηγητής είναι σοβαρός μπορεί ως ενδιάμεσος-φωνή στη φωνή του παραμυ θιού- να πείσει για την αναγκαιότητα της παρουσίας της αφήγησης του παραμυθιού στο χώρο. Αν δεν αναδείξουμε χώρους πώς θα δημιουργηθούν στέκια αφήγησης; Μέσα στις κινήσεις, επιλογές, δράσεις, δρομολογήσεις του αφηγητή είναι και η δημιουργία νέων χώρων που θα υποδέχονται ιστορίες και α κροατήρια. Η εμπειρία μου, μου έχει δείξει πως ελάχιστοι ιδιοκτήτες χώρων καταλαβαίνουν τι εννοείς όταν τους προτείνεις μια αφήγηση. Συνεπώς έχουμε πολλή δουλειά ακόμη να κάνουμε, πολύν δρόμο να διανύσουμε...

4. Τα σχέδιά σου για τούτο το δύσκολο χειμώνα;

Τα σχέδια είναι πολλά και οι προτάσεις περισσότερες, αλλά κρατώ μικρό καλάθι. Στα άμεσα εκδοτικά αναμένω την κυκλοφορία μέσα στο Φεβρουάριο μιας πολύ ενδιαφέρουσας συλλογής λαϊκών παλαι στινιακών παραμυθιών που επιμελήθηκα εδώ και δύο χρόνια από τις εκδόσεις Α/συνέχεια και την νέα χρονιά τον πρώτο τόμο από μια πολυμελή σειρά λαϊκών παραμυθιών με τίτλο: "Άκου μια ιστορία-Μάθε το γιατί..." με εικονογράφηση και σκληρό εξώφυλλο για παιδιά 6-8 ετών και cd με την αφήγηση. Πρόθεση των εκδόσεων Χρυσαλλίδα είναι μέσω της ανάγνωσης να φέρουν φίλους στον κόσμο της αφήγησης. 
              Αφηγηματικά στο τέλος του Γενάρη να οργανώσω ένα τριήμερο φεστιβάλ Αφήγησης στον Ταύ ρο-Μοσχάτο με μέλη από ένα εργαστήρι που συντονίζω αυτήν την περίοδο και από τον Οκτώβριο εκεί. Και βέβαια σχεδιασμοί για το επόμενο καλοκαίρι και το 3ο Φεστιβάλ Αφήγησης "Παραμύθια και Μύθοι στου Κενταύρου τη ράχη"-2013 στο χωριό μου στο Πήλιο. Προτεραιότητα βέβαια έχει πάντα η κόρη μου με τη γυναίκα μου που συμπορεύονται στην καθημερινότητά μου.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Μαρία Παπανικολάου



Συνέντευξη στην εφημερίδα 
«ΔΗΜΟΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ»

 Νοέμβριος 2011

(με αφορμή την παρουσίαση της συλλογής "Παραμύθια των παραμυθάδων" Εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ-2011 στη Λέσχη Βιβλίου του Δήμου Μαραθώνα-Ν. Μάκρης)

«Τα παραμύθια δεν φτιάχτηκαν
για ν’ αποκοιμίζουν τους μικρούς
αλλά για να αφυπνίζουν τους μεγάλους»


1. Ένα νέο βιβλίο παρουσιάζεται στην περιοχή μας, και αυτό είναι κάτι που
(σ.σ. θα θέλαμε τουλάχιστον) ν’ αποτελεί είδηση. Ποιο είναι το θέμα που πραγματεύεστε στο εν λόγω πόνημα;

ΑΠ. Το βιβλίο αυτό που παρουσιάζεται έχει ως κεντρικό του θέμα και άξονα τον κόσμο της προ-φορικής αφήγησης. Αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια καθένα απ’ τα οποία διαπραγματεύεται ένα μέρος-συνιστώσα απ’ αυτόν τον κό-σμο δηλαδή τις ιστορίες, τους παραμυθάδες, τις αλήθει-ες και τα ψέματα προσωποποιημένα και τέλος τα καμώματα της γλώσσας. Θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο αφιερωμένο σε μια βασική ανάγκη του ανθρώπου-μέσω της αφήγησης- να νοηματο-δοτεί την εμπειρία του με συμβολικό τρόπο και να μυείται στην ζωή μέσα από τη συλλογική μνή-μη και τη σοφία της που δοκιμάστηκε στο πέρασμα του χρόνου κι εκφράστηκε με τα λόγια-παι-διά πολλών ανθρώπων. Στις μέρες μας αυτή η ανάγκη παρουσιάζεται -τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα- με μια ιδιαίτερη κινητικότητα στον χώρο της αφήγησης με ολιγοήμερα και πολυή-μερα φεστιβάλ και βραδιές λαϊκών παραμυθιών, με σεμινάρια, συνέδρια, ομιλίες και εκδόσεις αλλά και με την παρουσία των νεοαφηγητών που κουβαλούν με μεγάλο μεράκι και αγάπη τις παλιές ιστορίες στη νέα εποχή. Είναι συγκινητικό πώς ένα τόσο παλιό υλικό μπορεί να νικάει το χρόνο και να λειτουργεί ακόμη και στον 21ο αιώνα συμβουλευτικά και καθοδηγητικά, παρηγο-ρητικά και διασκεδαστικά ενώ ταυτόχρονα μας ενθαρρύνει και μας παρακινεί τόσο ήπια αλλά και τόσο δυναμικά μέσα από τη γλώσσα και τις καθολικά αποδεκτές θετικές αξίες για τη ζωή. Αυτή η έκδοση λοιπόν αποκαλύπτει αυτόν τον κόσμο που ξεδιπλώνεται μέσα από το παραμύθι, μιλάει για την ιδιαιτερότητα, τη σημασία και τις «παραξενιές» των ιστοριών, το ρόλο και την παρουσία των παραμυθάδων που τις κουβαλούν μέσα τους, για το βασικό χαρακτηριστικό των παραμυθιών να κρύβουν αλήθειες κάτω από μεγάλα ψέματα καθώς και για τη δύναμη της γλώσσας, του μέσου δηλαδή  διάδοσής τους.

2. Ρίχνοντας μία κλεφτή ματιά στο διαδίκτυο, παρατηρήσαμε ότι, η διαδρομή σας στο δύσκολο μονοπάτι των γραμμάτων και της διανόησης, είναι ιδιαιτέρως πλούσια. Θα θέλατε να πληροφορήσετε τον κόσμο για τη διαδρομή σας αυτή;

ΑΠ. Είμαι δάσκαλος πάνω από δύο δεκαετίες στο ζωντανό κομμάτι της εκπαίδευσης. Τα τελευταία χρόνια εργάζομαι στην Ειδική Αγωγή. Πάντα είχα στο νου μου πώς θα μπορέσω να κάνω πιο ζωντανή τη σχέση των μαθητών μου με τη γνώση και τον πολιτισμό μπολιάζοντας τις ανησυχίες τους με τη δημι-ουργία σχέσεων ζωής. Στην πορεία μου αυτή συνάντησα το λαϊκό παραμύθι και τον ανεξάντλητο κόσμο του. Δεν σχετίζεται με την παιδική λογοτεχνία –όπως πολλοί πιστεύουν- αλλά αποτελεί ανθρωπολογικό υλικό με κύριο κοινό απεύθυνσης τους ενηλίκους. Ήρθα σε επαφή με τον πλούτο των ιστοριών που εξέφραζαν τη λαϊκή ψυχή και θαύμασα την ποικιλία των θεμάτων που έθεταν το σύνολο των ανθρώπινων σχέσεων στο κέντρο του ενδιαφέροντος με έναν τρόπο ποιητικά πλασμένο. Τα πάντα έχουν ειπωθεί μέσα από παραμυθιακές ιστορίες. Όταν για πρώτη φορά άκουσα παραμύθια ως ενήλικος πια πριν από 15 χρόνια κι έζησα αυτό το μοναδικό ταξίδι που γεννάει ο κόσμος των ιστοριών, ένιωσα τη σημαντικότητα αυτού του τόσο παραγνωρισμένου και υποτιμημένου υλικού στις μέρες μας. Η αρχική μου επαφή για παιδαγωγικούς λόγους αξιοποίησης των λαϊκών παραμυθιών στην τάξη εμπλουτίστηκε αργό-τερα με την αναγνώριση τόσο της σημασίας του υλικού για ενήλικο κοινό όσο και της διαδικασίας του μέσου, της αφήγησης δηλαδή. Η αφήγηση με έφερε στον κόσμο της Λαογραφίας και σε ένα μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών με αφορμή το παραμύθι και από κει άρχισε μια σχέση που ελπίζω να μπορέσω να ανταποκριθώ στις ανάγκες της. Η οργάνωση διημερίδων σχετικά με το λαϊκό παραμύθι και τον κόσμο του, έφερε τη μελέτη του, αυτό οδήγησε στην έκδοση τριών συλλογών από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ ( «Παραμύθια του Κάτω Κόσμου» 2007, «Ελληνόφωνα παραμύθια απ’ την Κάτω Ιταλία», 2008 «Παραμύ-θια των Παραμυθάδων», 2011) και δύο βιβλίων-ημερολογίων με ανάλογο θέ-μα («Λαϊκά παραμύθια απ’ τις άκρες της γης» και «Λαϊκές παραδόσεις απ’ τις γωνιές της Ελλάδας») από τις εκδόσεις Α/ΣΥΝΕΧΕΙΑ (ετοιμάζεται το «Λαϊκά παραμύθια των Παλαιστινίων», 2012). Παράλληλα κυκλοφόρησε μια παιδική χριστουγεννιάτικη ιστορία  «Ο Γαϊδαράκος των Χριστουγέννων» από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ το 2009. Αργότερα ήρθε σειρά των ομιλιών-εισηγήσεων σε διεθνή και ελλαδικά συνέδρια που τα κείμενά τους συμπεριλαμβάνονται σε συλλογικούς τόμους πρακτικών και η συνεργασία με πανεπιστημιακούς φορείς και χώρους της γνώσης μέσω διαλέξεων και σεμιναρίων. Σήμερα η προσέγγιση μου του παραμυθιακού λόγου χρησιμοποιεί ματιές και θεωρήσεις από ποικίλες επιστήμες όπως η ψυχολογία, η παιδαγωγική, οι κοινωνικές επιστήμες, επιχειρώντας να αναδειχτεί η επικοινωνιακή και ψυχοδυναμική διάσταση της λειτουργίας της αφήγησης. Όποιος όμως δεν έχει βρεθεί σε βραδιά αφήγησης δεν μπορεί να καταλάβει τη μαγεία κι όποιος δεν έχει αφηγηθεί ως υπηρέτης των ιστοριών πια δεν μπορεί να διανοηθεί το βάρος της ευθύνης.

3. Πώς αντιμετωπίζετε την περιρρέουσα καταθλιπτική ατμόσφαιρα της εποχής; Έχετε κάποια συμβουλή να μας δώσετε ώστε ν’ αντέξουμε καλύτερα, τη δύσκολη καθημερινότητα;

ΑΠ. Αυτός ο τόπος έχει περάσει μέσα από δύο παγκόσμιους πολέμους, τρεις δικτατορίες, δύο εμφυλίους, τρεις εθνικές καταστροφές και λογής-λογής βαρβαροκρατίες ανατολικής και δυτικής προέλευσης. Αυτό που ζούμε σήμερα είναι οι συνέπειες ενός αποστήματος που κάποτε θα έσπαζε. Τι να πουν κι οι παλιότερες γενιές που είδαν τη ζωή τους να ξαναρχίζει μέσα από τον θάνατο και τον ξεριζωμό; Εμείς οι νεότεροι απλά πήγαμε κάμποσα μέτρα πίσω στην κούρσα της ζωής. Κρατώ στο νου μου τα λόγια του Κολοκοτρώνη στον Ιμπραήμ όταν του έγραφε «Όχι τα κλαριά να μας κάψεις, όχι τα δέντρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, πέτρα πάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνάμε…». Οι ήρωες των μαγικών παραμυθιών δίνουν πολύτιμες στάσεις ζωής καθώς δεν δειλιάζουν ποτέ και δεν κάνουν πίσω σ’ όσους δράκους και θεριά τους δημιουργήσουν εμπόδια στο δρόμο τους και σταθούν απέναντί τους απειλητικά. Υπάρχουν εξαιρετικά λαϊκά παραμύθια και σ’ αυτά προστρέχω, μ’ αυτά κάνω τη δική μου παρέμβαση στα τεκταινόμενα, που μιλούν για την αναγέννηση μετά την καταστροφή και την πτώση στον κατήφορο αλλά και για την παροδικότητα των φαινομένων και των καταστάσεων:«Κι αυτό θα περάσει...» γράφει ένα πολύτιμο και δυσεύρετο δαχτυλίδι που ψάχνει ένας βασιλιάς, «Όταν έχεις φτάσει στον πάτο εκεί που δεν έχει άλλο να πας παρακάτω, τότε ο μόνος δρόμος είναι ν’ ανέβεις ξανά ψηλά…» λέει ένας ξεπεσμένος βεζίρης που ζήτησε να φάει ένα λουκούμι με φιστίκι. «Μέρα που περνά και μέρα που έρχεται εγώ πιστεύω: Όλα θα πάνε καλά!» μουρμουρίζει ένας τσαγκάρης μπροστά στις δυσκολίες που άδικα του θέτει ένας άρχοντας για να δοκιμάσει το μέγεθος της ελπίδας του. Κρατώ το μήνυμα των παραμυθιών που λέει πως πάντα αυτός που αδικείται, συκοφαντείται, ταλαιπωριέται, λιδορείται στη ζωή, στο τέλος θα αποκατασταθεί και θα αποδοθεί η δικαιοσύνη, θα γίνει «βασιλιάς» δηλ. κυρίαρχος στον τόπο του.

4. Πιστεύετε ότι, η τωρινή κατάσταση, είναι δυνατόν να προοιωνίζεται κάτι θετικό, έστω και για το απώτερο μέλλον;

ΑΠ. Το θετικό ο καθένας μας το αναζητά μέσα από τις μικρές ή μεγαλύτερες στιγμές που θεωρεί πως του φωτίζουν τη σκοτείνια του περίγυρου παρόντος. Μια μικρή στιγμή ασημαντότητας είναι η έκδοση αυτής της συλλογής. Μια μεγαλύτερη και ξεχωριστή στιγμή είναι η γέννηση της κόρης μου απ’ την καλή μου τον προηγούμενο μήνα. Πώς μπορεί ένα μικρό παιδί να μη σου φωτίζει το παρόν και να μη σε δυναμώνει για το μέλλον; Η αλήθεια είναι πάντως πως  τούτες τις μέρες, ο καιρός προσαρμοσμένος και σε παραλληλία με την γνήσια ημερολογιακή του έκφραση, του Νοεμβρίου, είναι σκοτεινός και κρύος. Ο ουρανός σκιάζει μέσα σ’ ένα βαθύ και σκοτεινό γκρι που μας πλακώνει και βαραίνει τη διάθεσή μας λειτουργώντας αναστοχαστικά. Θαρρώ πως είναι ο καταλληλότερος καιρός για παραμύθια με καλή παρέα σε μια ζεστή γωνιά. Πείτε μου, ειλικρινά είναι ικανός να σταματήσει την Άνοιξη;
...................................................................


Συνέντευξη με τον Δημήτρη Πολίτη
στη ραδιοφωνική εκπομπή: "Βιβλιοθήκες στα Fm"
(94 Ράδιο Επικοινωνία FM, 10.30-12.30)
Κυριακή  3 Απριλίου 2011

1.Θα θέλαμε να μας πείτε για το παραμύθι, τι είναι, τα βασικά του χαρακτηριστικά, τους ήρωες που συναντάμε σ’ αυτό.

ΑΠ. Το λαϊκό παραμύθι είναι ένα είδος της ανώνυμης προφορικής δημιουργίας όπως το δημοτικό τραγούδι που φτιάχτηκε σε εποχές όπου ο άνθρωπος μοιράζονταν συλλογικά το χρόνο του, στο μακρινό χτες. Έχει φανταστική υπόθεση ακόμα κι αν θίγει ζητήματα της καθημερινότητας, είναι φτιαγμένο με ποιητική διάθεση και διαπραγματεύεται ζητήματα απ’ το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης και ζωής. Θέματα Διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων, ζητήματα προσωπικής ανά-πτυξης και μύησης στην πορεία του ανθρώπου προς την ωρίμανσή του, ενδοοικο-γενειακών σχέσεων, μεγάλα φιλοσοφικά ζητήματα για τη ζωή και το θάνατο. Άρα έχει κατηγορίες δεν είναι όλες οι ιστορίες ίδιες, δεν είναι τα παραμυθιακά θέματα για όλους. Απευθυνόταν κύρια στους ενηλίκους, αλλά υπήρχαν και παραμύθια για παιδιά. Ως υλικό μπορούσε ταυτόχρονα να σε διασκεδάζει αλλά και να στηρίζει να σε ενθαρρύνει να σε συμβουλεύει και να σε παρηγορεί. Κινείται μέσα στα όρια της υπερβολής και των αντιθέσεων. Είναι ταυτόχρονα καράβι και ταξίδι και απο-τελεί τόπο συνάντησης του ασυνείδητου και του ονειρικού με στοιχεία ρεαλιστικά αλλά έχει επιρροές από όλα τα είδη της λαϊκής προφορικής δημιουργίας (θρύλο, μύθο παραδόσεις), στοιχεία από τις αρχαίες γραμματείες και την μυθολογία κάθε λαού αλλά και την λόγια λογοτεχνία. Μέσα από ψέματα κρύβει μεγάλες αλήθειες για τη ζωή που τις δοκίμασε ο χρόνος και αποτελόυν συμπύκνωση σοφίας και γνώσης. Τώρα σχετικά με τους ήρωές τους, αυτοί  είναι επίπεδοι ψυχολογικά δεν αισθάνονται, δεν έχουν βάθος για να μπορεί ο καθένας να ταυτιστεί μαζί τους μέσα από την προβολή και τη μεταφορική τους λειτουργία. Επίσης οι παραμυθια-κοί ήρωες είναι τα απόλυτα ενεργητικά πρότυπα αφού δεν κάνουν πίσω σε καμιά δυσκολία. Στα παραμύθια μύησης ο ήρωας του τέλους είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος από αυτόν της αρχής, έτοιμος για τη ζωή.

2.      Στην εποχή μας δημιουργούνται παραμύθια;

ΑΠ. Στην εποχή μας υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ του προφορικού λαϊκού παραμυθιού που είναι ανθρωπολογικό είδος και της λογοτεχνίας για παιδιά που αποτελεί δημιουργία μιας ευφάνταστης ατομικής συνείδησης και που έχει τη δική της αξία, λειτουργία  και θέση. Στο δυτικό κόσμο που οι κοινωνικές συνθήκες άλλαξαν δεν υπάρχει προφορική παραμυθιακή δημιουργία. Όμως έχουμε λαούς και άλλες γωνιές του κόσμου που το προφορικό –συλλογικό κοινοτικό στοιχείο είναι πολύ ισχυρό. Ο χρονος και οι μελετητές του μέλλοντος θα μπορούν να μιλήσουν πιο ξεκάθαρα γα το δύσκολο ερώτημά σας. Εγώ πιστεύω προσωπικά πως η τελευταία κουβέντα στα παραμύθια δεν έχει ακόμα ακουστεί, κι όσοι υπάρχουν άνθρωποι θα φτιάχνονται και ιστορίες.

3.Στις αφηγήσεις που πραγματοποιείτε ποιο είναι το κοινό σας και αν αυτό μπορεί να επηρεάσει συνδιαμορφώνοντας  ένα παραμύθι;

ΑΠ. Το κοινό μου στο οποίο απευθύνω τις ιστορίες που έχω επιλέξει ή μου έχουν ζητήσει λόγω συγκυρίας να μοιραστώ μπορεί να είναι ηλικιωμένοι άνθρωποι ενός γηροκομείου ή ΚΑΠΗ, φοιτητές πανεπιστημίου, μαθητές σχολείων, φυλακισμένοι, μέλη συλλόγων, θαμώνες καφενείου, μέλη μιας βιβλιοθήκης, μικροί και μεγάλοι μαζί ή χωριστά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή χωρίς συνδετικό στοιχείο μεταξύ τους. Η διάθεση του κοινού και η ενέργεια του μπορεί να επηρεάσει την επικοινωνιακή διάσταση της αφήγησης να ανοίξει τον αφηγητή και να του επιτρέψει έναν  αυτοσχεδιασμό που μπορεί αργότερα να παγιωθεί και να γίνει σταθερό μέρος της αφήγησης.

4.Έχετε γράψει δικά σας βιβλία και ποια είναι αυτά;»

ΑΠ. Έχουν κυκλοφορήσει ως τώρα οι συλλογές  λαϊκών παραμυθιών «Παραμύθια του Κάτω Κόσμου» (2007) και «Ελληνόφωνα παραμύθια από την Κάτω Ιταλία» (2008) αναμένεται από μέρα σε μέρα το καινούργιο μου με τίτλο «παραμύθια των παραμυθάδων» με ιστορίες για τα παραμύθια, τους παραμυθάδες, τα ψέματα και την αλήθεια και τα καμώματα της γλώσσας από τις εκδόσεις ΑΠΟΠΕΙΡΑ, το 2011, το παιδικό «Ο γαϊδαράκος των Χριστουγέννων» από τον ΑΡΜΟ (2009). Έχω επιμεληθεί τον τόμο από μια διημερίδα  ‘Κουβεντιάζοντας για τα παραμύθια» (2002) και τα τελευταία δύο χρόνια έχουν κυκλοφορήσει δύο ημερολόγια-βιβλία με θέμα «Λαϊκά παραμύθια απ’ τις άκρες του κόσμου» (2009) και «Λαϊκές παραδόσεις απ’ τις γωνιές της Ελλάδας» (2010) από τις εκδόσεις Α/ΣΥΝΕΧΕΙΑ. Ετοιμάζω μια συλλογή με «Λαϊκά παραμύθια των Παλαιστινίων» το 2012 πάλι από την Α/ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

4.      Πόσα χρόνια ασχολείστε με το παραμύθι (αφήγηση – συγγραφή) και πως προέκυψε η ενασχόληση σας μ’ αυτό;

ΑΠ. Ασχολούμαι με το λαϊκό παραμύθι από το 1999. Συλλέγω, καταγράφω, μελετώ, αναφέρομαι στον συμβολισμό του και μιλάω σε διεθνή και πανελλήνια συνέδρια για τη σημαντικότητά του για την ανθρώπινη ψυχή και τον πολιτισμό αλλά και για τη δυναμική της αφήγησης ως επικοινωνιακή ανάγκη και ψυχοκοινωνική παρέμβαση. Σε κάποιο συνέδριο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου τότε, άκουσα μια εισήγηση για τους νεοαφηγητές και μου δημιουργήθηκε ένα έντονο ενδιαφέρον που με έκανε να ψάξω περισσότερο. Αφηγούμαι από το 2003 σε ποικίλους χώρους και ακροατήρια και χρησιμοποιώ την παραμυθιακή αφήγηση στην σχολική τάξη ως παιδαγωγικό εργαλείο στη μαθησιακή διαδικασία και τη συμπεριφορά αλλά και στη συγκρότηση προσωπικοτήτων.

5.Πριν φθάσει κανείς στη διαδικασία της συγγραφής προηγείται αυτή της έρευνας. 
Θα θέλαμε να μας πείτε για τη διαδικασία αυτή.

ΑΠ. Το ίδιο το θέμα σε κατευθύνει. Πρέπει πρώτα να έχεις ξεκαθαρίσει τι θέλεις να πεις γι’ αυτό που επιθυμείς να το κοινωνήσεις και έντυπα. Μετά να καταγράψεις το σκελετό με τις επιμέρους θεματικές που σχετίζονται με το κεντρικό θέμα και να αρχίσεις να ψάχνεις για παράλληλες άλλες αναφορές βιβλιογραφικές ή στον ανάλογο τύπο. Είναι για μένα το πιο ενδιαφέρον κομμάτι όλης της διαδικασίας, το ταξίδι προς τον πηγαιμό, όλη η ζωντάνια. Αυτό που τελικά καταγράφεται και μεταφέρεται μέσω της συγγραφής είναι μια στιγμή από το καταστάλλαγμα του ταξιδιού σου που μπορεί να υποκύψει σε λογής λογής συμβάσεις. Για μένα όταν τα βιβλία μου τυπώνονται χάνουν πια το ενδιαφέρον μου, τολμώ να πω. Αρχίζω να ψάχνω για νέα θέματα ή ξαναγυρίζω σε άλλα που έμειναν αναπάντητα και συνεχίζω.

6. Η αλήθεια της αφήγησης για εσάς ισοδυναμεί με την αφήγηση ενός πραγματικού συμβάντος;
ΑΠ. Η αφήγηση για μένα κρύβει αλήθειες. Παίρνει ένα ζήτημα από την πραγματική ζωή του λαϊκόύ ανθρώπου και το μεταφέρει σε έναν χώρο, μακρινό και απροσδιόριστο άρα και ασφαλή με έναν τρόπο, κι εκεί το επαναδιαπραγματεύεται έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να θίξει αυτό το συγκεκριμένο θέμα αλλά κι αυτός που ακούει να αντέξει την αλήθεια του. Δεν σας κρύβω οτι πιστεύω πως, όταν κάνω αφήγηση ιστοριών μιλάω για καλά κρυμμένες αλήθειες-θησαυρούς που πρέπει κάποιος να ψάξει κάτω από τα λόγια, α σύμβολα και τις σχέσεις της κάθε ιστορίας, να τους βρει. Τα παραμυθια είναι φτιαγμένα για όλους αλλά μπορούν να τα ακούσουν όσοι κοιμούνται ανήσυχα και ψάχνουν τα γιατί της προσωπικής και κοινωνικής ζωής.

7.      Τα παραμύθια απευθύνονται μόνα στα παιδιά ή στους ενήλικες;

ΑΠ. Τα λαϊκά παραμύθια απευθύνονται και στους δυο. Αρχικά φτιάχτηκαν για τους ενηλικους στις βεγγέρες και τις συλλογικές ασχολίες της κοινοτικής κατά βάση αγροτικής ζωής κι αργότερα ξέπεσαν και ταυτίστηκαν αποκλειστικά με την παιδική ηλικία. Τα παιδιά όμως στο χτες δεν είχαν την αξιακή θέση που έχουν σήμερα. Μπορεί ένας ενήλικος να ακούσει σίγουρα παραμύθια για παιδιά κι ένα παιδί να είναι παρών σε μια αφήγηση για ενηλίκους αν το θέμα το επιτρέπει. Το ζήτημα είναι τι θα καταλάβει κι άν θα καταλάβει κάτι λόγω της μειωμένης του κοινωνικής εμπειρίας.

8.      Στη σημερινή μας εποχή τι μπορούν να μας προσφέρουν τα παραμύθια;

ΑΠ. Στη σημερινή εποχή πιστεύω πως τα παραμύθια μπορούν να μας προσφέρουν μια εναλλακτική όψη του γύρω μας κόσμου. Κάθώς η ζωή μας γίνεται όλο και πολυπλοκότερη, όλο και πιο σύνθετη χάνουμε νομίζω, ως άνθρωποι την ουσία των σχέσεων μας, απομακρυνόμαστε από το κέντρο μας. Μας προσφέρουν πέρα από την ψυχαγωγία και μια ματιά να δούμε τα πράγματα μέσα από την ποιητικότητα της προφορικής δημιουργίας, μπορούμε να δούμε το διπλανό μας μέσα από τις ιστορίες που κουβαλάει και να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας. Κουβαλάνε αξίες πανανθρώπινα αποδεκτές για τηνομορφιά, την αλήθεια, το δίκιο, τον μέσα κι έξω από μας κόσμο και μας παρουσιάζουν έναν κόσμο όχι έτσι όπως είναι, αλλά ίσως, έτσι όπως θα έπρεπε να είναι, και γ΄νονται οδηγόε για τη ζωή. Γι’ αυτό εξάλλου χρησιμοποιούνται από μια σειρά επιστημών και προσεγγίσεων όπως είναι η παιδαγωγική, η ψυχανάλυση, η ανθρωπολογία, η μελέτη της ανθρωπινης συμπεριφοράς.

9.      Το ότι έχετε σπουδάσει και βιβλιοθηκονομία τι ρόλο διαδραμάτισε στη διαδικασία της αφήγησης και της συγγραφής λαϊκών παραμυθιών;

ΑΠ. Οι σπουδές μου στη βιβλιοθηκονομία με βοήθησαν πολύ γιατί μου έδωσαν σημα-ντικά εργαλεία για να οργανώσω και να κάνω λειτουργικότερη την έρευνά μου. Με στήριξαν σημαντικά στην ανεύρεση σπάνιων πηγών και με καθοδήγησαν στην ανα-ζήτησή τους. Ήξερα στο πού θα ψάξω τι. Και βέβαια η έρευνα στη Βιβλιοθήκη «Ιωάννης Συκουτρής» αλλά και αυτή στην Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Ρεθύ-μνου με βοήθησε αρκετά.

10.  Στην Ελλάδα για να ασχοληθεί κανείς επαγγελματικά με το συγκεκριμένο είδος που υπηρετείτε τι εφόδια χρειάζεται να αποκτήσει και ποιες προοπτικές υπάρχουν;

ΑΠ. .Πρέπει να είναι κάποιος ανοικτός κι έτοιμος να εκτεθεί σε ένα είδος εσωτερικού διαλόγου σε κοινωνική-προς τα έξω απεύθυνση. Χρειάζεται να μελετά τους πολιτισμούς της ιδιαίτερης πατρίδας του αλλά και εκείνους από τους οποίους θα διαλέξει να αφηγηθεί ιστορίες. Να είναι αληθινός κι ειλικρινής στην αφήγησή του και συνάμα ταπεινός, να θυμάται πως είναι υπηρέτης της ιστορίας του και να μην βγαίνει μπροστά από αυτήν. Οι ιστορίες έζησαν εκατοντάδες και χιλιάδες χρόνια πριν από μας και πρέπει να φτάσουν και στους επόμενους. Η συνάντηση μαζί μας είναι μια στιγμή από το ταξίδι τους και πρέπει να τις σεβαστούμε. Χρειάζεται κάποιος να μελετήσει και να μαθητεύσει στην τέχνη της αφήγησης.

11.  Αν μπορούν να συνδεθούν, πώς συνδέονται οι αφηγήσεις των παραμυθιών με το χώρο των βιβλιοθηκών;

ΑΠ.Η εμφάνιση των νεοαφηγητών συνέπεσε στη νεότερη εποχή με τη λειτουργία των βι-βλιοθηκών στα μεγάλα αστικά κέντρα των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Αγγλίας. Στα τέλη του 18ου αιώνα βιβλιοθηκονόμοι δημιούργησαν γωνιές αφήγησης προκειμένου να ελκύσουν κόσμο στο χώρο των βιβλιοθηκών κι ύστερα να συνδέσουν την αφήγηση με μια δράση ή θεματική των αντικειμένων στα οποία αναφέρονταν κάποια από τα ευρι-σκόμενα στις βιβλιοθήκες βιβλία. Έτσι ένας σημαντικός αριθμός νεοαφηγητών προέρ-χεται από τις τάξεις των βιβλιοθηκονόμων όπως η Σάρα Μπράιαντ Κόουν, η Έλεν Πάρκερ, η Ανν Πελόφσκι. Η γνώση και η σοφία του προφορικού λόγου μέσα από την οικεία και επικοινωνιακή διάσταση της αφήγησης συνδεόταν με τη γνώση που βρισκό-ταν μέσα σε επίτομες εκδόσεις και σειρές, εκεί που το παλιό συναντούσε το καινούρ-γιο. Σήμερα στη δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική ο χώρος των Βιβλιοθηκών χρησιμοποιείται για αφηγήσεις από βιβλιοθηκονόμους ή επαγγελματίες αφηγητές.

..................................................................................
Νοέμβριος 2010


Συνέντευξη στην εφημερίδα 

«ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»                                                                                                          Νο 49- Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010                                                                                         με την Ηλέκτρα Χατζηκάλφα

"Το 2011 «επιστρέφουμε» στις λαϊκές μας παραδόσεις..."  

Το απόσταγμα μιας συζήτησης με τον «παραμυθά» Δημήτρη Προύσαλη.
Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, λίγο πριν ή λίγο μετά την έλευση του νέου έτους, αρκετοί από εμάς προμηθεύονται ένα βιβλιαράκι που θα τους συντροφεύει σ’ όλη τη διάρκεια της νέας χρονιάς: Το ημερολόγιο. Αυτό σκοπεύει να κάνει και το Ημερολόγιο του 2011 των εκδόσεων Α/συνέχεια. Μόνο που αυτό είναι διαφορετικό από τα άλλα. Έχει τίτλο Λαϊκές παραδόσεις από τις γωνιές της Ελλάδας και θα μας ταξιδέψει σε εποχές μακρινές μα αληθινές.
Πρώτα-πρώτα θα μας μάθει πώς να καλοπιάνουμε τις Μοίρες για να ‘χουμε μια καλό-τυχη χρονιά, θα μας εξηγήσει επιτέλους την καιρική αστάθεια του Μάρτη, το πώς μπορούμε να κρατήσουμε μια νεράιδα κοντά μας, πώς χωρίστηκε ο ουρανός από τη θάλασσα και τη γη, τι έπαθαν τα λυκοκάντζαρα όταν πήγαν στο μύλο, τι απέγινε ο βρικόλακας, τι θησαυρούς μας φέρνουνε τα φίδια και πολλά-πολλά άλλα πράγματα.
Όλες οι ιστορίες είναι παρμένες από το λαϊκό μας πολιτισμό και ιδιαίτερα από το άυλο εκείνο μέρος που, σύμφωνα με την επιστήμη της Λαογραφίας, ονομάζεται «Πνευματικός Βίος», όπως μας εξηγεί ο κ. Δημήτρης Προύσαλης που έχει την επιμέλεια του ημερολογίου. Ο κ. Προύσαλης, δάσκαλος και αφηγητής λαϊκών παραμυθιών, έχει ασχοληθεί με τη μελέτη, συλλογή και καταγραφή του λαϊκού παραμυθιού, έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια με θέμα το λαϊκό παραμύθι, τη δύναμη και λειτουργία της αφήγησης και τη θέση του αφηγητή, και έχει πραγματοποιήσει εκδόσεις και δημοσιεύσεις με ανάλογο θέμα. Στην εισαγωγή του που «ανοίγει» το ημερολόγιο μάς λύνει πολλές απορίες για τη «λαϊκή παράδοση» και μας εισάγει σ’ έναν κόσμο που δεν είχαμε φανταστεί τα νοήματά του.
Καταρχήν, καταστεί σαφή τη διαφορά του άχρονου (Μια φορά και έναν καιρό…) και άτοπου (Σε έναν τόπο μακρινό…) παραμυθιού με την ιστορικότητα των παραδόσεων που, πολλές φορές, είναι άρρηκτα δεμένες με τη γεωγραφία, την ιστορία, το κλίμα, τον τόπο γενικά και τα όντα που θυμίζουν. Οι παραδόσεις διαμορφώνουν μια «εθνική ιδιοτυπία και μια θεματική οικοτυπία» επειδή ακριβώς πηγάζουν και επηρεάζονται από τα παραπάνω στοιχεία, σε αντίθεση με τα παραμύθια που, χάρη στις παραλλαγές, Για το λαϊκό άνθρωπο οι παραδόσεις είναι δημιουργήματα του συνολικού χώρου και χρόνου, καθώς μέσα σ’ αυτές εσωκλείει όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και της πνευματικότητάς του. Είναι το αντίθετο της σημερινής ατομικότητας και αποξένωσης που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Μέσα από αυτές τις ιστορίες ξεπροβάλλει έντονο το οικολογικό στοιχείο, κάτι που θεωρούμε ότι αποτελεί προβληματική μόνο της δικής μας εποχής. Όμως οι παραδόσεις μάς διδάσκουν ότι ο άνθρωπος είναι κομμάτι του φυσικού κόσμου. Δεν μπορεί να ζήσει απέναντι, ξέχωρα από αυτόν, όπως κάνει σήμερα, γιατί τότε υφίσταται τις συνέπειες της ασέβειάς του. Η φύση θα βρει τρόπο να εκδικηθεί (η θυμωμένη ψυχή του αδικοκομμένου δέντρου) αλλά και να ανταμείψει (τα χρυσά φλουριά που στέλνει το φίδι).Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί να στραφούμε σήμερα στις λαϊκές παραδόσεις, τι έχουν σημαντικό να μας προσφέρουν; Μελετώντας το λαϊκό στοιχείο βγάζει κανείς συμπεράσματα που είναι πολύ χρήσιμα, ειδικά την περίοδο που διανύουμε. Ο λαϊκός άνθρωπος έχει ένα κατεξοχήν θετικό τρόπο σκέψης για τη ζωή, είναι γεμάτος αισιοδοξία, παρά τις δυσκολίες της «καθημερινότητας του πραγματικού». Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Προύσαλης «μπόλιασε την ασχήμια της καθημερινότητας με την ποιητικότητα και την σχεδόν ονειρική διάσταση του μεταφυσικού, καταλύοντας τους αναπόδραστους νόμους του φυσικού κόσμου. Ζύμωσε το αδύνατο και το απίθανο μέσα σε όρους ρεαλιστικούς και έκανε προβολή του εν δυνάμει στον έξω απ’ την ψυχή του κόσμο, δημιουργώντας τη δυνατότητα αλλά και τη δυναμική μιας άλλης «ανάγνωσης»του κόσμου». Σε καιρούς, λοιπόν, που υποχρεωνόμαστε να ακολουθήσουμε μνημονιακούς μονόδρομους και που οι αντικοινωνικές πολιτικές παρουσιάζονται ως πανάκεια, ο λαϊκός άνθρωπος μέσα από τη στάση του μας δίνει το σύνθημα πως ό,τι θέλουμε μπορεί να συμβεί, το αδύνατο μπορεί να γίνει δυνατό, αρκεί να παλέψουμε και να δούμε ότι ο κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται. Τέλος, στη διαρκή προσπάθεια πολιτιστικής ομογενοποίησης και του γενικότερου δυτικόστροφου τρόπου ζωής, οι λαοί χάνουν όλο και περισσότερο την ταυτότητά τους (αποταυτοτητοποίηση). Έτσι, ο ρόλος των λαϊκών παραδόσεων έγκειται στο να καταδείξει τη διαδρομή των λαϊκών προφορικών δημιουργημάτων διαμέσου του χρόνου -απ’ το χτες στο σήμερα- και την ιδιαιτερότητα του τοπικού με τη διάθεση για συνάντηση με το διεθνικό μέσα από γόνιμο, αλληλεπιδραστικό διάλογο και ισότιμη συνύπαρξη. Να, λοιπόν, που ένα «απλό» ημερολόγιο μπορεί να έχει κι άλλη χρήση και εκεί που δεν το περιμένεις να δώσει πλούσια τροφή για σκέψη.
...........................................................................
Συνέντευξη στη Γλυκερία Υδραίου

ΠΑΝΘΕΣΣΑΛΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» 
ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ 
Αριθμ. Φυλ. 1484, (14-15 Αυγούστου 2010)


Ισχυρούς δεσμούς επικοινωνίας δημιουργούν στο πέρασμα του χρόνου τα παραμύθια, με εφόδιο την τέχνη της προφορικής παράδοσης, που εμπνέει δημιουργικά ευαίσθητους ανθρώπους όπως ο Δημήτρης Προύσαλης. Ο Αϊγιωργίτης παραμυθάς, ο οποίος είναι γνωστός ανά το πανελλήνιο αλλά και ευρύτερα, έχει αναπτύξει έντονη ερευνητική δράση, προκειμένου να ανακαλύψει αλλά και να καταγράψει ιστορίες που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το λαογραφικό στίγμα της κάθε περιοχής. Μιλώντας στον «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ» ο βραβευμένος συγγραφέας, προφορικός αφηγητής και εκπαιδευτικός, υπογραμμίζει ότι «οι μύθοι και οι θρύλοι δίνουν δύναμη στον άνθρωπο, προκειμένου να ξεπεράσει τις καθημερινές δυσκολίες».

Η πολύπλευρη δράση του περιλαμβάνει συμμετοχή σε σεμινάρια μυθοπλασίας, την τέχνη της αφήγησης, την παιδαγωγική και θεραπευτική προσέγγιση του παραμυθιού, ενώ έχει πραγματοποιήσει εκδόσεις, δημοσιεύσεις, εισηγήσεις σε συμπόσια και διεθνή συνέδρια με θέμα το λαϊκό παραμύθι και τη δύναμη της αφήγησης. Το 2003 τιμήθηκε με το βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για τη συμβολή του στην προώθηση του παιδικού και εφηβικού βιβλίου και της φιλαναγνωσίας. Είναι μέλος του Κέντρου Μελέτης και Διάδοσης Μύθων και Παραμυθιών και του ΠΟΦΑ (Πανελλήνιος Όμιλος Φίλων της Αφήγησης) και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «πιστεύω στη δύναμη των σχέσεων, γιατί οι σχέσεις δημιουργούν την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ο προφορικός αφηγηματικός λόγος, ο οποίος συνδέεται με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου».

-Οι μύθοι του βουνού των Κενταύρων ευνοούν την ανάπτυξη της προφορικής παράδοσης διαχρονικά;

ΑΠ. Ευνοούν την ανάπτυξη της προφορικής παράδοσης, γιατί είναι παράλληλη με την ανάπτυξη και την διαδρομή του ανθρώπου μέσα στο χρόνο. Οι μύθοι και οι θρύλοι είναι αυτοί που δίνουν δύναμη στον άνθρωπο να ξεπεράσει τις καθημερινές του δυσκολίες. Δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να αντέξει τις δυσκολίες της ζωής, του φωτίζουν το δρόμο για το σήμερα, του ανοίγουν το δρόμο για το αύριο, ενώ παράλληλα μπορούν να τον στηρίζουν στην καθημερινότητά του.

-Πόσο καθοριστικές ήταν άραγε για την σημερινή σας εξέλιξη οι ιστορίες του παππού και της γιαγιάς;

ΑΠ. Δεν γνώρισα καθόλου παππού και γιαγιά. Σε μένα το παραμύθι ήρθε αργότερα. Είχα θείες όμως που αφηγούνταν ιστορίες για τους ψαράδες, γιατί είχα ψαράδες θείους. Γνώρισα το παραμύθι την δεκαετία του ’90 όντας ήδη εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Κάποια στιγμή άκουσα μια παραμυθού να αφηγείται ιστορίες σ’ έναν χώρο, μου άρεσε πάρα πολύ η διαδικασία και αποφάσισα να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Στην αρχή ασχολήθηκα με την μελέτη, την καταγραφή και την βιβλιογραφία και αργότερα, από το 2003 και μετά, να αφηγούμαι και εγώ ιστορίες που αγαπώ στους φίλους μου, που είναι το κοινό. Είμαι ένας από τους μαθητές του Στέλιου Πελασγού, ενώ είχα κι άλλους δασκάλους στην πορεία μου, γιατί είμαι πολυσυλλεκτικός ως χαρακτήρας. Δηλαδή παίρνω τα καλά που μπορεί να μου δώσει ο καθένας και τα προσαρμόζω στα δικά μου δεδομένα. Τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο, μέσα από την δική μου αντίληψη,  ευαισθησία και οπτική, την δική μου γνώμη και την δική μου «αλήθεια».


-Είναι άραγε μια μορφή αφήγησης το μάθημα στην τάξη;

ΑΠ. Έχει μια μορφή αφήγησης όταν το ίδιο το θέμα στο επιτρέπει. Υπάρχουν δηλαδή μαθήματα όπως π.χ. τα Θρησκευτικά, η Μελέτη Περιβάλλοντος, η Ιστορία, που είναι καθαρά αφηγηματικά μαθήματα και έχουν αντιστοιχία με την αφήγηση, ενώ και το μάθημα της Γλώσσας έχει μια μορφή αφήγησης, γιατί ο άνθρωπος είναι, όπως λέει ο Κουρτ Ράνκε, «ζώο αφηγηματικό». Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να αφηγείται ιστορίες.


-Τι δείχνει η μέχρι τώρα εμπειρία σας ως δασκάλου, θα ήταν διαφορετική η εκπαιδευτική διαδικασία με την προσθήκη της προφορικής αφήγησης στη διδακτέα ύλη;

ΑΠ. Δεν θεωρώ ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως ένα ακόμη εκπαιδευτικό μέσο. Όταν κάποια πράγματα χρησιμοποιούνται ως εκπαιδευτικά μέσα, χάνουν την δυναμική τους, χάνουν την μαγεία τους και γίνονται εργαλεία. Εγώ δεν πιστεύω στη δύναμη των εργαλείων. Πιστεύω στην δύναμη των σχέσεων, διότι δημιουργούν την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί ο προφορικός αφηγηματικός λόγος, ο οποίος συνδέεται με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου. Γι’ αυτό η προφορική παράδοση ανθεί σε διάφορες χώρες. Το παραμύθι στην δύση και σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που έχει παράδοση πολύ μεγάλη, ας μην ξεχνάμε τον Αίσωπο και τον Όμηρο, σήμερα υπονομεύεται και θίγεται, όταν π.χ. ακούμε εκφράσεις του τύπου «πούλα αλλού τα παραμύθια σου» τότε αυτό σημαίνει ότι ο άλλος θέλει να σε ξεγελάσει, να σου φέρει εμπόδιο, να σε εκμεταλλευτεί. Το λαϊκό παραμύθι όμως  δεν θέλει να σε ξεγελάσει ή να σε εκμεταλλευτεί. Θέλει να σε βοηθήσει να ακούσεις πράγματα που πιθανά να μην αντέξεις την αλήθεια τους. Και αυτή είναι η ομορφιά των παραμυθιών, ότι κάτω από μεγάλα ψέματα, κρύβουν μεγάλες αλήθειες για την ζωή. Άρα και αυτός που θέλει να πει τις αλήθειες μπορεί να εκφραστεί χωρίς να εκτεθεί ο ίδιος, και αυτός που ακούει μπορεί να αντέξει την ιστορία αυτή. Πρέπει να ψάξεις κάτω από τις λέξεις, τα σύμβολα και τις σχέσεις,  για να δεις τι πραγματικά θέλει να σου πει η ιστορία.


-Ποια θεματολογία επιλέγετε στις φετινές σας εμφανίσεις που έχουν ως επίκεντρο τον τόπο καταγωγής σας, Άγιο Γεώργιο Νηλείας;

ΑΠ. Αφηγούμαι ιστορίες για παιδιά από έξι ετών, που σημαίνει ιστορίες που σχετίζονται με το περιβάλλον, έχουν πρωταγωνιστές ζώα ή αφηγούνται σχέσεις που η εμπειρία των παιδιών μπορεί να τις καταλάβει και το βράδυ αφηγούμαι ιστορίες για ενήλικο κοινό. Ιστορίες για την αγάπη και τον έρωτα, την ζωή και τον θάνατο, την σχέση με την εξουσίας, ιστορίες ενδοπροσωπικής αναζήτησης και ανάπτυξης, μυητικές ιστορίες, οι οποίες μας μυούν στην ίδια την ζωή και μιλούν για την ενηλικίωση.  

-Τα παραμύθια είναι εκ προοιμίου συνδεδεμένα με τα παιδιά ή αντίθετα αφορούν και τους μεγάλους;

ΑΠ. Αυτό είναι μια μεγάλη παρανόηση. Τα μαγικά παραμύθια που είναι τα κατεξοχήν παραμύθια και ανήκουν σε  μια συγκεκριμένη κατηγορία 450 τύπων παραμυθιών με τις παραλλαγές τους, φτιάχτηκαν για να απευθύνονται σε ενήλικο κοινό γιατί το παιδί παλιότερα δεν είχε την αξιακή θέση που εμείς του προσδίδουμε σήμερα. Το αγόρι ήταν ένας υποψήφιος, εν δυνάμει, ενήλικος που έπρεπε να μαθητεύσει κοντά σε ένα τεχνίτη για να μάθει κάποια τέχνη προκειμένου να ζήσει την οικογένειά του και το κορίτσι, αντίστοιχα,  ήταν μια εν δυνάμει σύζυγος που έπρεπε να μαθητεύσει κοντά στις μεγαλύτερες γυναίκες της οικογένειάς της, για να μάθει να κρατάει το κατοπινό νοικοκυριό της δικής της μελλοντικής οικογένειας. Πολύ αργότερα το παιδί ήρθε στο προσκήνιο και σήμερα μιλάμε πλέον για παιδική ψυχολογία, παιδική λογοτεχνία, παιδική διατροφή, παιδική μόδα. Όλα είναι γύρω απ’ το παιδί. Υπήρχαν βέβαια και ιστορίες για παιδιά, αλλά κατεξοχήν τα παραμύθια ήταν για ενηλίκους.

-Στις δύσκολες εποχές που διανύουμε έχουμε όλοι ανάγκη από ένα παραμύθι;

ΑΠ. Νομίζω ότι ο παραμυθιακός λόγος είναι πολύ σημαντικός και όσο περνάει ο καιρός, βλέποντας τις καταστάσεις γύρω μας, νομίζω πως τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη του κόσμου να ακούσει παραμύθια που θα τον αφορούν και θα συνδέουν το σήμερα με την συλλογική μνήμη του χθες. Είναι ιστορίες που σου λένε για την επιμονή που πρέπει να έχεις στην ζωή, την υπομονή, τον αγώνα που πρέπει να κάνεις, γιατί κανένας δεν θα σε βοηθήσει αλλά πρέπει να σταθείς  αντιμέτωπος απέναντι σε δράκους που είναι απέναντί σου ή τους δράκους που κουβαλάς μέσα σου.

-Πώς θα ξεφύγουμε όμως από τον «κακό λύκο» της οικονομικής κρίσης;

ΑΠ. Αυτό δεν είναι καθόλου παραμύθι. Κατά την άποψή μου είναι μια φτιαχτή κατάσταση, είναι τεχνητή η οικονομική κρίση. Δημιουργείται σε μέρες πονηρές, και είναι και μια ευκαιρία να χτυπηθούν όλα τα θετικά που έχει κατορθώσει στην διαδρομή του ο εργαζόμενος και ο σύγχρονος άνθρωπος, ώστε να κάνει την ζωή του καλύτερη. Βλέπουμε λοιπόν,  κατακτήσεις αιώνων και δεκαετιών που πληρώθηκαν με αίμα και αγώνα ξαφνικά,  σε μια μέρα,  να ανατρέπονται. Η οικονομική κρίση είναι κατά την γνώμη μου και ύπουλη και πολύ επικίνδυνη.


-Ως συγγραφέας ποιο παραμύθι θεωρείτε ότι περιγράφει καλύτερα τη σημερινή κατάσταση;

ΑΠ. Δεν νομίζω πως υπάρχει μια ιστορία. Υπάρχουν ιστορίες που μπορεί να θίγουν πράγματα από την σημερινή ζωή. Στη Άφησσο θα αφηγηθώ στις 18 Αυγούστου και στον Κισσό στις 19 Αυγούστου, παραμύθια για δούλους και για αφεντάδες. Είναι παλιές ιστορίες ανώνυμες αλλά πολύ διαχρονικές. Ο μόνος δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, είναι να πάμε προς τα πάνω πια. Πώς θα επιτευχθεί αυτό, είναι θέμα πολύ μεγάλης κουβέντας και δεν είναι παραμύθι.


-Έχει άραγε θέση στην σύγχρονη πραγματικότητα το κλασικό φινάλε «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»;

ΑΠ. Σε μια συλλογή μου που κυκλοφόρησε το 2008 με «Ελληνόφωνα παραμύθια από την Κάτω Ιταλία» υπήρχαν παραμύθια από την Καλαβρία, μια περιοχή πάρα πολύ φτωχή. Μου έκανε λοιπόν εντύπωση η κατακλείδα των παραμυθιών. Συνήθως στα παραμύ-θια λέμε «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Στα συγκεκριμένα παραμύθια έλεγαν «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς που λέμε αυτή την ιστορία προσπαθούμε να ζήσουμε». Θα εξαρτηθεί από μας αν θα ζήσουμε καλύτερα. Εγώ θα έλεγα «και ζήσαν αυτοί καλά στα παραμύθια κι εμείς εδώ,  παλεύουμε για να ζήσουμε καλύτερα».

................................................................

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ με τον Καμίλ Γκουνγκόρ 
ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ 
«Π@π@κι» 
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΜΕ 
ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ  2010


Ο Δημήτρης Προύσαλης είναι ένας 45χρονος δάσκαλος της ειδικής αγωγής. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι, επίσης, ένας αφηγητής λαϊκών παραμυθιών με πολύ αγάπη για αυτό που κάνει. Προσωπικά, τον γνώρισα πριν από μερικά καλοκαίρια, στο Βόλο, όταν ήμουν στο ακροατήριο που επρόκειτο να αφηγηθεί μερικά παραμύθια. Θυμάμαι εκείνο το απόγευμα ως ένα από τα πιο όμορφα  του καλοκαιριού. Από τότε δεν ξεχνώ ούτε τον κ. Προύσαλη ούτε τα παραμύθια και τη σημασία τους. Έτσι όταν συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι, για τη συνέντευξη, στο καφέ «Βανίλια» δίπλα στον προαύλιο χώρο του Παντείου, η κουβέντα μας έγινε σε ένα πολύ φιλικό και γνώριμο κλίμα. 

 Π@π@κι: Ας ξεκινήσουμε με κάποια πράγματα για το παραμύθι. 

Δ.Π: Το στοιχείο του παραμυθιού είναι ο λόγος. Δεν έχει εικόνα αλλά φτιάχνει εικόνα, και μάλιστα σου δίνει την απόλυτη ελευθερία να φανταστείς εσύ τον ήρωα σου. Δεν σου λέει πως είναι, διότι αν σου περιγρά-ψω πώς είναι θα σου προσδιορίσω εγώ τη δική σου φαντασία, άρα σου βάζω όρια. Για παράδειγμα, θα σου πω «Ήταν όμορφη σαν την πρώτη μέρα της άνοιξης». Πώς προσδιορίζεται η  πρώτη μέρα της άνοιξης; Σου αφήνω ε-λευθερία. Είναι ουσιαστικά ένας λόγος μη πιστευτός «Ελάτε να πούμε ψέματα, δέκα σακιά γιομάτα!», «Ψέματα και αλήθεια, έτσι είναι τα παραμύθια!», που τον λέγανε οι άνθρωποι όταν θέλανε να μοιράσουνε τον κοινό συλλογικό χρόνο στο συλλογικό χώρο και θέλανε να περάσουν την ώρα τους. Μονάχα που το παραμύθι είναι μια ιστορία πλασμένη με πολλά στοιχεία παρμένα από τον ονειρικό κόσμο, γιατί και ο Φρόιντ λέει «το παραμύθι και τα όνειρα είναι πλασμένα από το ίδιο υλικό». Μονάχα που τα όνειρα δεν τα ελέγχεις, ενώ το παραμύθι το ελέγχεις καθώς έχει  μια αρχή, μια κρίση, μια επίλυση και μια κατάληξη. Οπότε θα λέγαμε ότι δεν αποτελεί ένα κλειστό κείμενο, ως σώμα ,δηλαδή, απλά εξελίσσεται πάνω στη παραλλαγή, που σημαίνει ότι είναι ένα κομμάτι λόγου το οποίο ταξιδεύει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης –γι’ αυτό αποτελεί και αντικείμενο σοβαρής ανθρωπολογικής μελέτης- είναι ένα κομμάτι λόγου το οποίο δανείζεται από παντού, από το δημοτικό τραγούδι, από τις παραδόσεις, από τη μυθολογία, από τη θρησκεία, από τις αρχαίες γραμματείες, βάζει και στοιχεία από τη παρούσα κατάσταση και φτιάχνει ένα καινούργιο χαρμάνι το οποίο λειτουργεί για παράδειγμα στο πλαίσιο που θα εκτεθεί. Ο βασικός χαρακτήρας του παραμυθιού ήταν να σε κάνει να ψυχαγωγηθείς αλλά παράλληλα με αυτό μπορούσε να σε στηρίξει, να σε ενθαρρύνει, να σε προτρέπει, να σε διασκεδάζει, να σε εκπαιδεύει, να σε συμβουλεύει να σε παρηγορεί με έναν άδηλο τρόπο. 

@:Οι ήρωες του;

Δ.Π: Οι  ήρωες του είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, στην καλύτερη περίπτωση βασιλιάδες ή και ζώα. Βέβαια, κατά την αφήγηση του λαϊκού παραμυθιού έχεις τη λειτουργία κάποιων μηχανισμών όπως είναι, για παράδειγμα, ο μηχανισμός της ταύτισης, της προβολής, της μετάθεσης. Άρα, εσύ ταυτίζεσαι με κάποιον ήρωα, συμμετέχεις στη πορεία του, έτσι συγκινείσαι ή θυμώνεις όταν ο ήρωας περνάει δοκιμασίες και γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης και συμπάσχεις σε όλη αυτή τη διαδρομή και στο τέλος νιώθεις την ανακούφιση. Αυτό που είναι σημαντικό να ειπωθεί, είναι ότι ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς ιστορίες. Πάντοτε υπάρχει στον άνθρωπο μια ανάγκη μυθοπλασίας. Οι ιστορίες κάνουν τον κόσμο καλύτερο για αυτό και εμείς τον νοηματοδοτούμε μέσα απ’ αυτές. Πόσο μάλλον όταν αυτές ταξιδεύουν χιλιάδες χρόνια και έχουν δοκιμαστεί από χιλιάδες ανθρώπους.

@: Δημιουργούνται σήμερα παραμύθια;

Δ.Π: Αυτό που χαρακτηρίζει το λαϊκό παραμύθι είναι η ανωνυμία του και το προφορικό του στοιχείο. Δηλαδή, το ότι σε μια πολύ μεγάλη περίοδο χρόνου, που δεν υπήρχε η εκτεχνολόγηση του λόγου μέσα από τα γραπτά κείμενα και την έντυπη μορφή, είχες ιστορίες που ταξίδευαν από στόμα σε  στόμα και από αυτί σε αυτί. Άρα τα ‘χει δοκιμάσει ο χρόνος στη σοφία και στην αλήθεια τους και γι’ αυτό και μπορούν να συγκινούνε ένα κοινό το οποίο ζει στο 21ο αιώνα, παραμύθια τα οποία φτιάχτηκαν πριν από 2000 χρόνια. Αυτό δε σημαίνει σήμερα ότι δεν φτιάχνονται ενδιαφέρουσες ιστορίες βασισμένες σε ένα έντονο μυθοπλαστικό στοιχείο, αλλά το αν είναι παραμύθια ή όχι θα το κρίνει πρώτα ο χρόνος.  Δεύτερον, τα παραμύθια από την ονομασία τους είναι κοντά στο μύθο, δηλαδή κοντά σε πολύ σοβαρές ιστορίες που κράτησαν της τύχες του κόσμου  ψυχολογικά, συναισθηματικά, συγκινησιακά για μια τεράστια περίοδο χρόνου. Δεν ξέρουμε αν αυτές οι ιστορίες που φτιάχνονται σήμερα, είτε είναι στον κινηματογράφο, είτε είναι μια γνωστή λογοτεχνικά μυθιστορηματική πλο-κή, είτε είναι οτιδήποτε άλλο μπορούν να έχουν την ίδια δύναμη και την ίδια λειτουργία.

@:Ποιο είναι το ρεπερτόριό σας; 

Δ.Π: Έχω ένα ρεπερτόριο από 110 ιστορίες μέχρι τώρα, τις οποίες μοιράζομαι με το κοινό ανάλογα με τη συνθήκη και το χρόνο. Λέω ιστορίες που είναι ελληνικές, τσιγγάνικες, σέρβικες, ιταλικές, αραβικές, ινδιάνικες, εσκιμώικες , ινδικές, κινέζικες, γιαπωνέζικες κ.α. 
@:Αυτά είναι που ξέρετε ή αυτά που λέτε; 

Δ.Π: Αυτά που λέω. Εκατό δέκα ιστορίες είναι αυτές που μου αρέσουν και α-φηγούμαι αλλά τα παραμύθια που ξέρω ως τίτλους, ως θέματα, ως σκελετούς είναι πολύ περισσότερα.

@:Επομένως υπάρχουν παραμύθια που δεν σας αρέσουν;  

Δ.Π: Υπάρχουν παραμύθια που μας αφορούν και παραμύθια που δεν μας αφορούν. Για παράδειγμα, το παραμύθι της Σταχτοπούτας, έχει ενδιαφέρον ως θέμα, ως corpus, το ότι υπάρχει σε όλους τους λαούς της γης.  Αλλά επειδή η ηρωίδα είναι γυναίκα και θεματικά φέρνει το θέμα της ανεξαρτησίας της γυναίκας από τη μάνα της, εμένα αυτή η ιστορία δεν με αφορά. Δεν ταυ-τίζομαι με το φύλο. Διότι οι αφηγητές ταυτίζονται με το φύλο των πρωτα-γωνιστών. Σε μένα είναι αρσενικοί οι ήρωες και όπου υπάρχει γυναίκα πρωταγωνίστρια, υπάρχει πάντα και κάποιος άντρας που παίζει το δικό του ρόλο και εγώ βλέπω την ιστορία από την πλευρά του και όχι της γυναίκας.

@:Δηλαδή αλλάζετε τα παραμύθια που αφηγείστε; 

Δ.Π: Αυτό που πρέπει να ‘χει κανείς στο μυαλό του είναι ότι τα παραμύθια ταξιδεύουν πριν από εμάς, υπάρχουν μαζί με μας και ενδεχομένως -το ελπίζω- να υπάρχουν και μετά από εμάς. Εγώ είμαι ένας απλός κουβαλητής και συνομιλητής τους. Θέλω το κοινό που θα τα ακούσει να τα αγαπήσει και να τα υπολογίσει τόσο σοβαρά όσο και εγώ. Όμως δεν μπορώ να κάνω τις ιστορίες καρικατούρα. Δε μπορώ να αλλάξω το τέλος της ιστορίας. Μπορώ, όμως, μέσα από τη συνομιλία να εμπλουτίσω το παραμύθι. Μπορώ, για παράδειγμα, να βάλω στοιχεία από τη προσωπική μου εμπειρία -και το ‘χω κάνει, χωρίς να το υποσκελίζω και να το υπονομεύω. Ίσα -ίσα, τα εμπλου-τίζω μέσα από τη δικιά μου τη ματιά. Και αν θέλεις, αυτό οφείλει να κάνει κάθε ένας που αφηγείται μια ιστορία. Να προβάλει δικά του πράγματα και να ταυτίσει την εμπειρία που έχει με ένα κομμάτι από τα στοιχεία αυτού του παραμυθιού. Διαφορετικά, θα λέγαμε την ίδια ακριβώς ιστορία όλοι, απαράλλακτα. Πράγμα που θα ήταν απόλυτα βαρετό και ψεύτικο.   

@:Έχετε σκεφτεί ή και δοκιμάσει να δημιουργήσετε δικά σας παραμύθια;

 Δ.Π: Εάν εγώ έφτιαχνα μυθοπλαστικού τύπου ιστορίες, μπορεί να μην ενδιέφεραν κανέναν. Η αλήθεια είναι πάντως ότι έχω γράψει μία ιστορία χριστουγεννιάτικη για παιδιά που λέγεται «Ο γαϊδαράκος των Χριστουγέν-νων». 

@:Το κοινό μπορεί να  επηρεάσει- διαμορφώσει ένα παραμύθι;

Δ.Π:  Βεβαίως. Το κοινό επηρεάζει και συν-διαμορφώνει, σε κάποια όρια και πλαίσια πολύ συγκεκριμένα φυσικά, με την ενέργεια του και τη διάθεσή του. Είναι θέμα συνομιλίας του αφηγητή με τον κόσμο που ακούει τις ιστορίες..

@:Τι κοινό έχετε; 

Δ.Π: Το κοινό στις αφηγήσεις που κάνω έχει πολλά διαφορετικά χαρακτη-ριστικά. Μπορεί να ‘ναι το κοινό που προκύπτει από πρόσκληση ενός χώρου, λόγου χάρη, ενός μουσείου. Μπορεί να ‘ναι ένα κοινό το οποίο  προκύπτει με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά π.χ. παρέμβαση σε παιδιά τα οποία πενθούν και συ  πηγαίνεις να τους αφηγηθείς ιστορίες, να τους απαλύνεις τον πόνο και να τους δώσεις εξηγήσεις σε μεγάλα και αναπάντητα φιλοσοφικά και ανθρώπινα προβλήματα.  Έχω πάει και στις φυλακές ανηλίκων στον Αυλώνα, και επίκειται και άλλη συνεργασία. Είναι τεράστια εμπειρία γιατί βλέπεις πως μπορούν οι ιστορίες να ξεκλειδώσουν την ψυχή ενός ανθρώπου που βαρύ-εται με πολύ σημαντικά ποινικά αδικήματα. Αυτό που έχει ενδιαφέρον, είναι ότι δίνεις στο κοινό τη δυνατότητα να δει τον κόσμο με άλλα μάτια. Τώρα, τι θα πάρει ο καθένας απ’ την ιστορία είναι άλλο πράγμα, γιατί ο καθένας απ’ το κοινό έρχεται με δικά του ψυχικά αιτήματα. Αυτό που θα σε συγκινήσει εσένα μπορεί να αφήσει τον άλλον αδιάφορο. 

@:Αναφέρετέ μας κάποιες αντιδράσεις του κόσμου που σας έχουν τύχει.
  
Δ.Π: Έρχεται κόσμος και μου λέει π.χ. «Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, πέρασα πάρα πολύ ωραία σήμερα» ή «Ξέρεις; Αυτή η ιστορία ήταν καταπληκτική». Κάποια στιγμή το 2005 έκανα μια αφήγηση σε έναν χώρο στη Πάτρα. Πέρυσι έκανα μια αφήγηση στην Καβάλα. Μια κοπέλα λοιπόν, που με είχε ακούσει στη Πάτρα και έμενε τώρα πια στη Θεσσαλονίκη, ήρθε στην Καβάλα να με ακούσει ευελπιστώντας πως θα ακούσει την ιστορία της γυναίκας-Σκελετού, γιατί της είχε κάνει πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση και μου είπε χαρακτηριστικά, ότι «Για έξι μήνες σκεφτόμουν συνέχεια την ιστορία αυτή». Βέβαια, εγώ δεν  είχα τη συγκεκριμένη ιστορία στο πρόγραμμα εκείνο το βράδυ γιατί απευθυνόμουν σε ένα άλλου είδους κοινό, με διαφορετικού τύπου ιστορίες. Αλλά μου έκανε εντύπωση που η κοπέλα ταξιδέψε τόσα χιλιόμετρα για να ακούσει μια ιστορία.

@:Που τελικά δεν άκουσε... 

 Δ.Π: Που τελικά δεν άκουσε… Η στιγμή της αφήγησης πάντως, είναι μια μαγική στιγμή γιατί ο αφηγητής βγαίνει απέναντι στο κοινό χωρίς να’ ναι κάτι το ξεχωριστό από αυτό. Είναι σε επικοινωνία με το κοινό, θέλει να βλέπει τα βλέμματά τους, παίρνει δύναμη και επηρεάζεται από την ενέργειά του.  Όταν αυτό έρχεται με αρνητική διάθεση θα τον επηρεάσει. Έχω επηρεαστεί αρκετές φορές. Υπάρχουν κοινά που με έχουν απογειώσει αφηγηματικά και υπάρχουν και τα κοινά τα οποία με δυσκόλεψαν πάρα πολύ γιατί ήταν απέναντί μου επιφυλακτικά. 

@:Ποια είναι η προσδοκία σας κάθε φορά που αφηγείστε; 

Δ.Π: Η προσδοκία μου είναι έστω ένας από το κοινό μου να φύγει και να αφηγηθεί την ιστορία στους δικούς τους ανθρώπους. Μάλιστα, κλείνω τις αφηγήσεις μου λέγοντας τους «Εάν σας άρεσε μια ιστορία να πάτε να την πείτε σε εκείνους που αγαπάτε και έχετε την έγνοιά τους, γιατί έτσι ζουν οι ιστορίες».

@:Μιλήστε μας για την αφήγηση στο εξωτερικό.

Δ.Π: Η νεοαφήγηση είναι παρούσα στο δυτικό κόσμο από πολύ παλιά. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, υπήρχαν βιβλιοθήκες στη Γαλλία, στην Αγγλία, και στις Η.Π.Α., όπου βιβλιοθηκονόμοι στη προσπάθειά τους να φέρουν το κοινό σε επαφή με το υλικό της βιβλιοθήκης, ουσιαστικά έφτιαξαν γωνιές αφήγησης  και έτσι πολύ σημαντικές νεοαφηγήτριες, που δεν ήταν λαϊκές αφηγήτριες, ξεπήδησαν από το χώρο της βιβλιοθηκονομίας. Σήμερα στη δύση για διάφο-ρους λόγους έχουμε την αναβίωση της αφήγησης επαγγελματικά, στη Γαλλία, την Αγγλία, το Βέλγιο, τη  Γερμανία κ.α. Στη Γαλλία υπάρχει ένας σύλλογος από 4000 χιλιάδες επαγγελματίες αφηγητές με ειδικό κωδικό στην εφορία και με 200 μεγάλα και μικρά φεστιβάλ κάθε χρόνο σε όλη τη χώρα. Στην Αγγλία είναι 1000 αφηγητές, στη Γερμανία γύρω στους 2700, στο Βέλγιο 700. Στην Ελλάδα είμαστε ακόμα λίγοι, γύρω στους δεκαπέντε.

@:Παραμυθάς είναι σωστή προσφώνηση ή υπάρχει κάποιος καταλληλότερος όρος; 

Δ.Π: Εγώ αυτοπροσδιορίζομαι ως αφηγητής λαϊκών παραμυθιών.  Αυτό  πολλές φορές ο κόσμος δεν το καταλαβαίνει γιατί συνδέει την αφήγηση με την ανάγνωση, οπότε τότε λέω ότι είμαι παραμυθάς.  Αλλά δεν το χρησιμοποιώ αυτό για μένα γιατί θεωρώ ότι οι παραμυθάδες ήταν άνθρωποι λαϊκοί, ενώ εγώ αναζητώ τη λαϊκότητα, ήταν άνθρωποι με αρκετά χρόνια εμπειρίας, ενώ εγώ είμαι σχετικά νέος ακόμα, και βέβαια ήταν άνθρωποι που ‘χαν την εμπειρία της ζωής, ενώ εγώ είμαι στην αναζήτηση αυτής της εμπειρίας ακόμα. Υπάρχει βέβαια και ο επαγγελματίας παραμυθάς, που είναι αυτός που ζει αποκλειστικά από τις ιστορίες. Εγώ δε ζω από αυτό. Ζω από τη δουλειά μου ως δάσκαλος της ειδικής αγωγής. Έχω ένα εισόδημα μικρό από τα παραμύθια αλλά δεν βιοπορίζομαι από αυτό. Δεν θα ‘λεγα ότι εμένα είναι αυτός ο βασικός σκοπός που αφηγούμαι. Υπάρχουν όμως άλλοι άνθρωπο που ζουν αποκλειστικά από αυτό. 

@:Πόσα χρόνια ασχολείστε με το παραμύθι; 

Δ.Π: Ασχολούμαι με το λαϊκό παραμύθι από το 1999 αλλά αφηγούμαι από το 2003. Τέσσερα χρόνια ήταν η γνωριμία μου με την αφήγηση. Βέβαια, για μένα θα ήταν λίγο βαρετό να είμαι μόνο αφηγητής. Παράλληλα είμαι λαογράφος, μελετητής, αρθρογραφώ για το λαϊκό παραμύθι, μιλάω σε διεθνή συνέδρια και συμπόσια για το παραμύθι,  τον αφηγητή και τη σχέση του με το κείμενο και το κοινό, για τη δυναμική της αφήγησης. Υπάρχουν άρθρα μου τα οποία έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους με τα πρακτικά συνεδρίων. Έχω εκδώσει δύο βιβλία και δύο βιβλία-ημερολόγια με παραμυθιακό και λαϊκό προφορικό υλικό και ετοιμάζω και το τρίτο. 

@:Μιλήστε μας γι’ αυτό. 

Δ.Π: Είναι το βιβλίο με το τίτλο: «Παραμύθια των παραμυθάδων». Πρόκειται για ένα υλικό το οποίο ταξιδεύει σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, σε όλους τους λαούς, τις παραδόσεις και έχει ενδιαφέρον γιατί ασχολείται με κάτι που δεν έχει ξαναμπεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος του πλατιού κοινού. Βιβλίο για τις ιστορίες, τους παραμυθάδες, την αλήθεια και το ψέμα και τα καμώματα της γλώσσας δεν έχει ξαναβγεί. Οπότε εγώ θέλω να πρωτοτυπήσω και να αναδείξω ένα υλικό, που ουσιαστικά είναι ο κόσμος του παραμυθά. Διότι ο παραμυθάς τι είναι; Είναι η ιστορία που λέει, είναι ο ίδιος ως κουβαλητής των ιστοριών και συνοδοιπόρος των λέξεων του κόσμου από πολύ μακριά μέσα στον χρόνο.

@:Στο βάθος τι υπάρχει;

 Δ.Π:  Στο βάθος υπάρχει ένα ακόμα βιβλίο με «Λαϊκά παραμύθια των Παλαιστινίων» που ‘ναι πιο στοχευόμενο, καθώς δεν υπάρχει άλλη αντίστοιχη δουλειά στον ελλαδικό χώρο μέχρι τώρα. Επίσης, ετοιμάζω ένα υλικό με πρόστυχα σεξουαλικά λαϊκά παραμύθια που θα είναι έτοιμα στο τέλος του 2012. Εννοείται πως είναι παραμύθια για ενήλικο κοινό και μάλιστα δεν είναι ιστορίες, είναι  παραμύθια με ορισμένο παραμυθιακό τύπο, που σημαίνει ότι είναι αντικείμενο συγκριτικής μελέτης, διασταύρωσης στοιχείων, λειτουργίας της ιστορίας σε διαφορετικά μήκη και πλάτη της γης.

@:Πείτε μας για την διαδικασία της έρευνας.
Δ.Π:  Μια ιστορία θέλει χρόνο. Από τέσσερις μήνες μέχρι έναν χρόνο. Θα ψάξεις την ιστορία, θα βρεις τις παραλλαγές της από τις παραδόσεις άλλων λαών, εάν υπάρχουν, θα κάνεις μια δουλειά πάνω στα σύμβολα της ιστορίας, να δεις τι θέλει να πει, να δεις το προσωπικό μήνυμα που λαμβάνεις εσύ από αυτήν,  που είναι τελείως άλλο πράγμα από το κεντρικό θέμα. Μετά κάνεις μια διαδικασία μυθοπλαστικής παρέμβασης και ανάπτυξης. Θα δεις το χώρο του παραμυθιού, τους ιδιαίτερους χώρους που κινείται, για να μπορείς να ‘σαι σίγουρος για το που είναι, για παράδειγμα, η πόρτα της καλύβας ή που βρίσκεται η λίμνη κ.τ.λ., και μετά πρέπει να δεις τους ήρωες. Πρέπει στην ουσία εγώ να δημιουργήσω τόσο ισχυρές εικόνες, που να κάνουν εντύπωση, που για να τις δεις εσύ πρέπει να τις έχω δει και εγώ. Ακόμα και αν δεν σου περιγράφω λεπτομέρειες στη σκηνή, εγώ πρέπει να είμαι τόσο σίγουρος για το χώρο, σαν να είμαι μέσα. Και είναι πολύ δύσκολο πράγμα να είσαι μέσα στο παραμύθι ενώ ταυτόχρονα τα αφηγείσαι. Αλλιώς ο λόγος σου δεν θα ‘χει καμία απολύτως δύναμη.

@: Άρα μετά τους τέσσερις μήνες αποφασίζετε εάν θα αφηγηθείτε μια ιστορία; 

Δ.Π: Βεβαίως. Για μένα η ιστορία -ίσως κάποιοι να γελάσουνε αλλά για μένα είναι αληθινό- είναι ένα ζωντανό πλάσμα και σε καλεί να την αφηγηθείς μέσα σ’ ένα πλαίσιο –σύμβαση διαλόγου και σεβασμού.

@:Η αλήθεια της αφήγησης του παραμυθιού, για εσάς ισοδυναμεί δηλαδή με μια αφήγηση ενός πραγματικού συμβάντος;

 Δ.Π: Είναι πιο σημαντική από αυτό. Είναι αληθινή για μένα. Και νομίζω ότι αυτό είναι ένα στοιχειό που κρίνει τους αφηγητές. Το κοινό μπορεί να καταλάβει αν εσύ είσαι ειλικρινής, αν πράγματι σε ενδιαφέρει η ιστορία και θες να τη μοιραστείς μαζί του ή απλά είσαι σε μια θέση όπου παίζεις τον αφηγητή.   

@:Ας επιστρέψουμε πάλι στο κοινό. Λένε ότι τα παραμύθια είναι για παιδιά. 

Δ.Π: Υπάρχει μια παρανόηση που λέγεται, ότι τα παραμύθια είναι για παιδιά. Τα λαϊκά παραμύθια ήταν βασικά φτιαγμένα για ενήλικο κοινό. Υπήρχαν βέβαια και ιστορίες φτιαγμένες για παιδιά, με ζώα ως επί τα πλείστον, αλλά τα παιδιά δεν είχαν την αξιακή θέση που έχουν σήμερα στον κόσμο μας. Ο ενήλικος ήταν κυρίαρχος και τα παιδιά εν δυνάμει ενήλικοι να προετοιμάζονται για τη ζωή. Σήμερα το παιδί είναι στο κέντρο μιας προσέγγισης και μάλιστα πολλές φορές είναι και μια πολύ κερδοφόρα βιομηχανία αν σκεφτεί κανείς την παιδική μόδα, το παιχνίδι, την παιδική διατροφή κ.τ.λ. Παλιότερα, όμως, δεν ήταν έτσι. Γι’ αυτό και τα πιο πολλά παραμύθια φαντάζουν λίγο σκληρά και βίαια για τα παιδιά, γιατί εμείς ζούμε σε μια εποχή όπου υπάρχει μια αποπαίδωση του παραμυθιού και μια εξιδανίκευση. Το παραμύθι δεν είναι οι ροζ νεραΐδες με θαυματουργά ραβδάκια, ή η Μπάρμπι που δείχνει η τηλεόραση. Τα παραμύθια δεν είναι ούτε ανώδυνα ούτε ουδέτερα. Είναι πολλές φορές σκληρά, βίαια, γιατί έτσι ήταν και η ψυχή του λαϊκού ανθρώπου. Το βίαιο στοιχείο και ο κακός του παραμυθιού πάντα χρειάζεται για να ταυτιστείς με αυτό, να το βγάλεις στην επιφάνεια, να το αναγνωρίσεις και να μπορέσεις να το αντιμετωπίσεις. Υπάρχει επίσης και η φράση «Καλό το παραμύθι σου αλλά δεν έχει δράκο». Δηλαδή, καλή η ιστορία που μου λες αλλά πού είναι το νόημα;

@:Ποια είναι η θεματολογία των παραμυθιών;
  
Δ.Π: Υπάρχουν πολλών ειδών παραμύθια θεματολογικά. Τα λεγόμενα μαγικά παραμύθια, εκείνα με δράκους, μάγισσες, ζώα που μιλούν. Υπάρχουν, όμως, πολλά διαφορετικά παραμύθια τα οποία δεν έχουν μαγικά στοιχεία και θα λέγαμε ότι εκφράζουν και μια διαδρομή εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης, όπου από τον εξωτερικό κόσμο και το φυσικό τοπίο, άρχισε να διαπραγμα-τεύεται πια ζητήματα δικής του εσωτερικής ανάπτυξης αλλά και μετά κοινω-νικών διαπροσωπικών σχέσεων και ζητήματα σε σχέση με την εξουσία. Μπο-ρείς, λοιπόν, να βρεις ιστορίες για τα πάντα: την αγάπη και τον ερώτα, τη ζωή και το θάνατο, για κουτούς ή πανέξυπνους ανθρώπους, τη προσπάθεια που κάνει ο άνθρωπος να κατακτήσει μια καλύτερη θέση στον κόσμο ή και ευτράπελες και απόλυτα κωμικές ιστορίες με σκοπό να γελάσεις αναστο-χαστικά.

@:Πείτε μας για τα διάφορα φεστιβάλ παραμυθιού που γίνονται στην Ελλάδα.

Δ.Π:  Στη Τζια έγινε το καλοκαίρι του 2010, για 8η χρονιά, ένα φεστιβάλ με τίτλο «Γιορτή Παραμυθιών». Υπάρχει ένα φεστιβάλ που γίνεται ανά διετία στον Κάτω Όλυμπο, το φεστιβάλ Καλλιπεύκης με τη συνεργασία του Πανε-πιστημίου Θεσσαλίας και ενός τοπικού συλλόγου, των  «Καλλιπευκιωτών». Υπάρχουν ακόμα και το φεστιβάλ της ΔΙΑΒΑΣΗΣ στην Αθήνα, αυτό της Βυ-τίνας το «Παραμύθια, Μύθοι και Μουσικές του Κόσμου», το ανοιξιάτικο φεστιβάλ της Κοζάνης, ενώ φέτος ξεκίνησε και στο Πήλιο  ένα φεστιβάλ με συμμετοχή και ξένων αφηγητών. Το θετικό είναι η ανταπόκριση του κόσμου, όπου μικροί, μεγάλοι μαζί συγκεντρώνονται να ακούσουν ιστορίες και δημιουργείται ένα εξαιρετικό κλίμα και μια ατμόσφαιρα ταξιδιάρικη και ονειρική που μας κάνει να ξεχνάμε τις δυσκολίες της ζωής ή να βρίσκουμε λύσεις για αυτές.

@:Πως γίνεται κανείς αφηγητής; 

Δ.Π:  Αφηγητής μπορεί να γίνει κάποιος αν παρακολουθήσει σεμινάρια πάνω στη μυθοπλασία και την εικονοποίηση. Υπάρχουν διάφοροι χώροι που κά-νουν τέτοια σεμινάρια. Ένα σεμινάριο είναι πάντοτε ένα βασικό εισαγωγικό αλλά αυτό δεν πηγαίνει ξέχωρα από μια προσωπική ανάπτυξη και μια εσωτερική διαδικασία ψαξίματος του αφηγητή.

@:Ας πούμε τώρα μερικά λόγια για σας

 Δ.Π: Κατάγομαι από το Πήλιο. Γεννήθηκα στην Ολλανδία, από μετανάστες γονείς το 1965, άρα είμαι 45 χρονών, αλλά μοιάζω με 25άρη (γέλια) και έχω μεγαλώσει στην Αθήνα. Είμαι δάσκαλος, δουλεύω από το 1988 στη δημόσια εκπαίδευση ενώ από το 2008  δουλεύω στην Ειδική Αγωγή. Είμαι σε κάποιο τμήμα ένταξης με παιδιά που αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες.

@:Χρησιμοποιείτε και το παραμύθι για να βοηθήσετε τα παιδιά;

Δ.Π:  Σήμερα το χρησιμοποιώ σπάνια λόγω των ιδιαιτεροτήτων της τάξης μου. Αλλά όταν ήμουν στη γενική αγωγή και συνήθως είχα μεγάλες τάξεις, δηλαδή τετάρτη, πέμπτη, έκτη δημοτικού, χρησιμοποιούσα πολλές φορές το παραμύθι ως ένα μέσον προκειμένου να κάνουμε το μάθημα πιο ενδιαφέρον. Πάντοτε υπάρχουν θέματα που μπορούν να ‘ναι συμβατά με κάποια παρα-μύθια, αρκεί να βρεις την κατάλληλη ιστορία και να ξέρεις τι θες να την κάνεις. Πολλές φορές με έχουν καλέσει καθηγητές του Παιδαγωγικού της Αθήνας, να μιλήσω σε πρωτοετείς φοιτητές για την παιδαγωγική αξιοποίηση του λαϊκού παραμυθιού στην τάξη αλλά και για τη δυναμική και τη λειτουργία της αφήγησης.

@:Το παραμύθι πρόεκυψε από γνωστό σας πρόσωπο; 

Δ.Π: Το παραμύθι δεν πρόεκυψε από κάποιο συγγενικό πρόσωπο γιατί ήμουν πάρα πολύ άτυχος. Δεν πρόλαβα στη ζωή να γνωρίσω ούτε παππού ούτε γιαγιά. Είχα όμως θείες οι οποίες μου λέγανε ιστορίες με νεράιδες, ιστορίες με εμπειρίες ναυτικών. Κάποτε, όμως, άκουσα μια εισήγηση σε ένα  συνέδριο και εκεί μου έκανε ένα κλικ και αποφάσισα να ψάξω κάποια πράγματα πιο συνειδητά.

@:Έχετε συνεργάτες ή δουλεύετε μόνος; 

Δ.Π: Οι παραμυθάδες γενικά είναι άτομα μοναχικά. Είναι μια μοναχική πορεία.

@:Από πού αντλεί το υλικό του ένας σύγχρονος παραμυθάς;

Δ.Π: Απ’ τη στιγμή που δεν υπάρχουν πια παππούδες και γιαγιάδες σε τόσο μεγάλη έκταση και τοπική διασπορά, και στο βαθμό που κάνεις έρευνα, είναι οι ιστορίες που συλλέγεις ο ίδιος. Είναι το καταγεγραμμένο υλικό το οποίο το ξαναφέρνεις στη προφορική του μορφή. Επίσης, από συλλογές του εξωτερι-κού, από υλικό που βρίσκεται στις βιβλιοθήκες, από σπάνια χειρόγραφα, από καταγραφές δικές μου, από ιστορίες που φτάνουν σε μένα προφορικά, ή που τις ακούω από άλλους παραμυθάδες και από το διαδίκτυο.  

@:Μου δίνετε «πάσα» να ρωτήσω. Έχετε σκεφτεί να  ανοίξετε ένα διαδικτυακό blog; 
Δ.Π: Είναι η επόμενή μου σκέψη. Θα μπορούσε να έχει ιστορίες μέσα από τα κόκαλά τους, τα βασικά τους σημεία. Ποιος; Που; Πότε; Τι έγινε; Γιατί; Πως; και τελικά τι συνέβη;

@:Είναι όμως και η προσωπική σας δουλειά, που έτσι δεν θα ανταμείβεται. 

Δ.Π: Έχω κυκλοφορήσει δύο συλλογές, αλλά επειδή θεωρώ ότι δεν είναι δική μου προσωπική δουλειά, είναι ένα υλικό που εγώ απλά το αναδεικνύω και το διαχειρίζομαι, και θεώρησα ότι είναι πιο ηθικό και δίκαιο για τα δικά μου μέτρα και τις δικές μου αξίες, να χαρίζω κάθε φορά τα έσοδο από τα δικαιώματα μου σε κάποιες οργανώσεις ή συλλόγους. Οπότε τα έσοδά μου, τα δικαιώματα μου ως δημιουργού από την καινούργια συλλογή θέλω να τα προσφέρω σε έναν σύλλογο που ασχολείται με τον καρκίνο γιατί θέλω και σκέφτομαι να αφιερώσω το βιβλίο μου αυτό σε μια φίλη, τη Χαρούλα, που έφυγε από καρκίνο στο ξεκίνημα της χρονιάς που φεύγει. 

@:Για το τέλος, θα μας αφιερώσετε ένα παραμύθι;

Δ.Π:  Θα σου πω την ιστορία του ερωτευμένου μυρμηγκιού, μια αραβική ιστορία: Κάποτε, ο βασιλιάς των βασιλιάδων περνούσε στους δρόμους της ε-ρήμου, μαζί με τη συνοδεία του και κάποια στιγμή είδε από μακριά μια μυρ-μηγκοφωλιά. Όταν είδαν τα μυρμήγκια ποιον έχουν μπροστά τους έτρεξαν όλα να προσκυνήσουν, εκτός από ένα το οποίο έμενε έξω από τη μυρμηγκοφωλιά και πήγαινε και ερχόταν και έμοιαζε να ‘χει μεγάλη έγνοια στο κεφάλι του. Το ‘δε αυτό ο βασιλιάς, παραξενεύτηκε και πήγε και το πλησίασε. Το παίρνει στο δάχτυλό του και του λέει «Μυρμήγκι, τι κανείς εσύ εδώ πέρα;», «Βασιλιά μου», του λέει το μυρμήγκι «δεν βλέπεις τι κάνω εγώ εδώ πέρα; Προσπαθώ κόκκο -κόκκο, σπυρί-σπυρί να μετακινήσω αυτήν εδώ την άμμο». Γελάει ο βασιλιάς και του λέει, «Ρε συ μυρμήγκι, κατάλαβες τι πας να κάνεις; Αν σηκώσεις το κεφάλι σου, την άκρη από την άμμο, δε θα μπορέσεις να τη δεις, γιατί αυτή κατά πολύ σε ξεπερνά. Και αν είχες ακόμα χίλιες ανθρώπινες ζωές, στο λέω εγώ, γιατί είμαι βασιλιάς και ξέρω περισσότερα πράγματα από σένα, δρόμο μέσα στην έρημο δε θα μπορέσεις να ανοίξεις». Άστραψε και θόλωσε το  μυρμήγκι. Ποιος το είδε και δε το φοβήθηκε. Τον κοιτάζει κατά-ματα, θυμωμένο και του λέει: «Άκου να σου πω βασιλιά μου. Αυτή εδώ η άμ-μος που βλέπεις, στέκει εμπόδιο ανάμεσα σε μένα και την αγάπη μου που ’ναι από την άλλη πλευρά της ερήμου. Θα δώσω όλες μου τις δυνάμεις και θα ανοίξω δρόμο που πάει στην αγάπη μου. Και σ’ αυτή τη προσπάθεια που θα κάνω, μπορεί να χάσω και τη ζωή μου. Θα το ‘χω κάνει μέσα στην τρέλα της ελπίδας πως μπορεί και να τα καταφέρω. Αλλά εγώ στο λέω να το ξέρεις.  Θα τα καταφέρω και θα ανοίξω δρόμο που πάει στην αγάπη μου». Και ο βασιλιάς απόμεινε με το στόμα ανοιχτό, το άφησε πάλι κάτω, γύρισε στους συμβού-λους του και τους λέει, «Σήμερα έμαθα για τη φλόγα της αγάπης. Σήμερα έμαθα για τη σοφία που κρύβεται στα φυλλοκάρδια της καρδίας. Σήμερα έγινα σοφότερος».
 Και εγώ λέω στα νέα παιδιά να ανοίγουν δρόμους που τους πάνε στις αγάπες τους. Οι  αγάπες είναι συμβολικές. Μπορεί να ’ναι η καριέρα, το πτυχίο, ένας σκοπός στη ζωή τους, ένας στόχος που φαντάζει δύσκολος που πρέπει να ανοίξεις δρόμο στην έρημο και να κουβαλάς σπυρί -σπυρί, αλλά στο τέλος εάν πιστέψουν σε αυτό που θέλουν να πετύχουν, θα τα καταφέρουν και θα βάλουν τα γυαλιά στους λογής-λογής συμβολικούς βασιλιάδες. 

@:Αγαπημένο μότο; 

Δ.Π: «Μη με κρίνεις προτού με γνωρίσεις».

@:Σας ευχαριστώ πολύ.

Δ.Π: Εγώ ευχαριστώ







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου