Στων Παραμυθιών τα Σταυροδρόμια
Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026
Λέσχη Αφήγησης Αθήνας του Ιούνη: Εκτάκτως Πέμπτη 25/6 η τελευταία συνάντηση του 10ου Κύκλου 2025-2026
Κυριακή 21 Ιουνίου 2026
Δυο λαϊκά παραμύθια για την Παγκόσμια Ημέρα του Πατέρα 2026... και για κάθε μέρα για κάθε πατέρα: Το δώρο και οι εφτά πατεράδες
Ο έβδομος πατέρας του σπιτιού (Νορβηγία) ΑΤU726
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο δρόμο να ταξιδεύει. Το ’χε λένε, αυτός συνήθειο να παίρνει τους δρόμους και να γυρίζει τον κόσμο και να κοιμάται πότε δω και πότε κει, και να περιπλανιέται από τόπο σε τόπο.
Μια μέρα, λένε πως την ώρα που πήγαινε να σουρουπώσει, βλέπει να απλώνεται μπροστά του λίγο παραπέρα, ένα σπίτι που είχε χωράφια και φράχτες γύρω γύρω. Έτσι όπως το κοίταξε, που ήταν ομορφοφτιαγμένο, του φάνηκε να μοιάζει σαν κάστρο μικρό. «Θαρρώ πως εδωνά μπορεί να βρεθεί μια γωνιά να περάσω τη νύχτα…» μουρμούρισε του λόγου του ο ταξιδιώτης, την ώρα που δρασκέλιζε την πόρτα του κτήματος. Λίγο πιο πέρα, λένε πως ήταν ένας άντρας με μαλλιά ψαρά και γένια, που λιάνιζε κάμποσα κούτσουρα για τη φωτιά. «Καλησπέρα, πατέρα*, μήπως μπορώ να περάσω εδώ τη νύχτα μου;» είπε ο ξένος. Ο άντρας που λιάνιζε τα κούτσουρα αποκρίνεται τότε: «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας του σπιτιού. Τράβα στην κουζίνα και μίλα του πατέρα μου!» Ο ταξιδιώτης μπήκε στο σπίτι και τράβηξε κατά την κουζίνα. Εκεί κοιτάζει και τι να δει! Ήταν ένας άντρας ακόμα μεγαλύτερος στα χρόνια από τον άλλον που έκοβε ξύλα. Τούτος δω ήταν γονατισμένος μπροστά από το τζάκι και φυσούσε κατά τη φωτιά για να τη δυναμώσει. «Καλησπέρα, πατέρα! Μπορώ απόψε να απαγκιάσω σε μια γωνιά του σπιτιού σου;» ρωτά ο ξένος. «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας του σπιτιού! Αλλά έλα παραμέσα και μίλα με τον πατέρα μου που είναι στο τραπέζι του καθιστικού…» είπε ο γέρος.
Ο ταξιδιώτης, πέρασε τούτη τη φορά στην κάμαρα που ήταν το καθιστικό κι εκεί αντίκρισε έναν γέρο μεγαλύτερο στα χρόνια από τους δύο που είχε αντικρίσει μέχρι τώρα. Αυτός ο γέρος καθόταν και διάβαζε από ένα βιβλίο σαν μικρό παιδί και έτρεμαν τα χέρια του και τα χείλια του. «Καλησπέρα, πατέρα! Μπορώ να βρω απόψε μια γωνιά να ξαπλώσω για τη νύχτα;» τον ρωτά ο ξένος. «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας του σπιτιού, αλλά πιο μέσα θα βρεις τον πατέρα μου που κάθεται σε έναν πάγκο. Αυτόν να ρωτήσεις…» απαντά ο γέρος που έτρεμε ολόκληρος. Ο ξένος τράβηξε παραμέσα σ’ εκείνον το γέρο που καθόταν στον πάγκο. Ο γέρος ήταν έτοιμος να ανάψει το τσιμπούκι του, μα τον βάραιναν τόσο τα χρόνια κι έτρεμε τόσο πολύ, που ίσα μπορούσε να κρατήσει το τσιμπούκι του στα χέρια. Ο ξένος τον χαιρέτισε κι αυτόν με τη σειρά του και τον ρώτησε αν μπορούσε να κοιμηθεί σε μια γωνιά του σπιτιού του, για τη βραδιά που θα κυλούσε. «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας, ο κύρης του σπιτιού. Αλλά μίλα στον πατέρα μου εκεί πέρα, που είναι στο κρεβάτι…» του λέει ο γέρος. Ο ταξιδιώτης προχώρησε παραμέσα κι είδε ένα κρεβάτι. Πάνω του ξάπλωνε ένας άλλος γέρος, πολύ γέρος… Ήταν τούτος εδώ τόσο πολύ φορτωμένος στα χρόνια, που λένε πως το μόνο πράγμα που ζούσε πάνω του, πως φαινόταν να ’ναι ζωντανό, ήταν τα δυο του μεγάλα μάτια. Τον σιμώνει και του λέει: «Καλησπέρα, πατέρα! Μπορώ του λόγου μου, να βρω εδώ στο σπιτικό σου μια γωνιά, ν’ απαγκιάσω για τούτη τη νύχτα;» Ο γέρος τότε τον ακούσει κι αποκρίνεται: «Ξέρεις, δεν είμ’ εγώ ο πατέρας του σπιτιού, αλλά τράβα να ρωτήσεις τον πατέρα μου που είναι ξαπλωμένος σ’ εκείνο το κρεβάτι το μικρό». Τότε ο ταξιδιώτης πηγαίνει στο κρεβάτι, κοιτάζει και τι να δει! Μέσα στο μικροκρέβατο ήταν ξαπλωμένος ένας άνθρωπος, πολύ γέρος, ο γεροντότερος απ’ όλους. Ήταν αυτός με το κορμί του σταφιδιασμένο και μπασμένο απ’ τον καιρό και δεν ήταν στο μπόι μεγαλύτερος από ένα μωρό! Αν δεν άκουγε ο ξένος με τα ίδια του τα αυτιά έναν ρόγχο να βγαίνει απ’ το λαρύγγι του, θα νόμιζε πως τούτο το κορμί δεν είχε μέσα του ζωή. Σιμώνει στο λίκνο, σκύβει πάνω του και λέει: «Καλησπέρα, πατέρα! Μήπως θα μπορούσα να βρω μια γωνιά στο σπίτι σου, να περάσω τη νύχτα γι’ απόψε;» Στην αρχή δεν ακούστηκε τίποτα. Μα ύστερα από λίγο, μια φωνή δίχως ζωή, που ίσα ίσα ακουγόταν, βρέθηκε να αποκρίνεται, πως και τούτος δεν ήταν ο πατέρας του σπιτιού. «Τράβα στον πατέρα μου, που είναι μέσα στο κέρατο που κρέμεται πάνω σ’ εκείνον τον τοίχο…,» του είπε με φωνή τόσο σιγά που με δυσκολία μπορούσες να ακούσεις.
Ο ταξιδιώτης γύρισε και κοίταξε παραξενεμένος γύρω γύρω τους τοίχους στην κάμαρα. Σε μια στιγμή ξεχώρισε πάνω σ’ έναν τοίχο να κρέμεται ένα κέρατο μεγάλο. Μα σαν σίμωσε κι έσκυψε πάνω από το κέρατο, να βρει τον πατέρα του πατέρα του πατέρα των άλλων γερόντων πατεράδων, δεν αντίκρισε τίποτα παρά μονάχα μια χούφτα από στάχτες, σμιγμένη σαν πέτρα. Κοίταξε λίγο καλύτερα και τούτη η χούφτα η σμιγμένη έμοιαζε με μούτρα ανθρωπινά. Ο ξένος στην αρχή τα χρειάστηκε! Τούτο το πράγμα το παράξενο δεν το είχε ματαδεί μέχρι τώρα στη ζήση του! Ύστερα με φωνή πολύ έτρεμε από φόβο λέει: «Καλησπέρα, πατέρα…. Μήπως θα μπορούσες να μ’ αφήσεις να περάσω την αποψινή νυχτιά στο σπίτι σου σε μια γωνίτσα;»
Λένε, πως ήταν τότε που ακούστηκε σαν ψίθυρος που χανόταν κι έσβηνε, ένας λόγος που δύσκολα τον καταλάβαινες να λέει: «Ναι, παιδί μου…Μπορείς να απαγκιάσεις απόψε σε μια γωνιά του σπιτιού μου…» Στα ξαφνικά φανερώνεται μπροστά του ένα τραπέζι γεμάτο με όλων των λογιών τα φαγιά, με κρασιά και με μπίρες. Ο ταξιδιώτης κίνησε να τρώει και να πίνει και σαν χόρτασε, φανερώνεται μπροστά του ένα κρεβάτι στρωμένο με δέρματα ελαφιών. Ο άντρας ξάπλωσε με μια ευχαρίστηση μεγάλη, πως είχε καταφέρει να βρει τον αληθινό πατέρα τούτου του σπιτιού….
*Η λέξη πατέρας χρησιμοποιείται με την έννοια του κύρη του σπιτιού, του νοικοκύρη, αυτού που έχει την ευθύνη ως σημαίνοντος-σημαντικού προσώπου
Πηγή: Peter Christen Asbjørnsen, Round the Yule Log: Norwegian Folk and Fairy Tales, translated by H. L. Brækstad (Philadelphia: J. B. Lippincott, ca. 1930).
Μετάφραση-απόδοση: Δημήτρης Β. Προύσαλης
Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026
Από το Πήλιο στη Γουαδαλαχάρα μέσα από τους Ευρωπαϊκούς δρόμους και τόπους της Αφήγησης 10-11-12 Ιουνίου 2026- A΄μέρος
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
Μια ιστορία.... όλο μέλλον και μια συλλογή λαϊκών παραμυθιών για την Παγκόσμια Ημέρα Προστασίας του Περιβάλλοντος: 5 Ιουνίου...
Λένε πως στα μέρη της
Ανατολής ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας άνθρωπος παράξενος πολύ. Γιατί όλοι
το ήξεραν καλά, πως από τον ίδιο τούτο άνθρωπο μπορούσες να ακούσεις τη
μεγαλύτερη σοφία, από τον ίδιο μπορούσες να περιμένεις και τη μεγαλύτερη
παλαβομάρα. Τον φώναζαν Νασρεντίν Χότζα, κι όλοι τον γνώριζαν για τα καμώματα,
τα χωρατά και τις κουβέντες που ξεστόμιζε άλλοτε με τρέλα κι άλλοτε με γνώση
περισσή.
Μια
μέρα, λένε πως ο Νασρεντίν κίνησε νωρίς, πρωί πρωί από το σπίτι του, να πάει
στο χωράφι του που ήταν γειτονικό, λιγάκι παρακάτω. Σαν βρέθηκε στο χωράφι του
ο Χότζας, άρχισε με φούρια να σκάβει με το τσαπί του και να φυτεύει δέντρα με
έγνοια μεγάλη. Είχε πάει στην αγορά, είχε αγοράσει δέντρα νιούτσικα, είχε
φορτώσει αυτός το κάρο του με δέντρα μικρά από την προηγούμενη τη μέρα. Είχε
δέσει μπροστά τον γάιδαρό του, τον Καράογλαν, είχε πάει το κάρο στο χωράφι και
τώρα δούλευε: Έσκαβε με το τσαπί του, έπαιρνε δέντρο και το φύτευε, ξανάσκαβε
ένα λάκκο, έπαιρνε άλλο δέντρο και το
φύτευε παραδίπλα στο πρώτο κι όλο έκανε τα ίδια και τα ίδια: Έσκαβε με το τσαπί
του, έπαιρνε απ’ το κάρο δέντρο και το φύτευε, ξανάσκαβε ένα λάκκο, έπαιρνε
άλλο δέντρο απ’ το κάρο και το φύτευε
παραδίπλα.
Οι
γειτόνοι του Νασρεντίν, οι χωριανοί κι όσοι τον ήξεραν απ’ την καλή του και την
ανάποδη, τον είδαν στο χωράφι να δουλεύει, να σκάβει και να φυτεύει δίχως
σταματημό και παραξενεύτηκαν. Τα μαντάτα απλώθηκαν γρήγορα παντού, όπως γίνεται
σαν θέλει κάποιος να μιλήσει με κακία για τους άλλους. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν
μπροστά στο χωράφι του Νασρεντίν. Κοίταζαν τώρα τον Χότζα να σκάβει λάκκους με
το τσαπί του και να φυτεύει δέντρα νιούτσικα κι άρχισαν να κουβεντιάζουν στα
κρυφά, να γελάνε, να κοροϊδεύουν και να σκουντούν ο ένας τον άλλον και να
δείχνουν προς το Νασρεντίν, που όλο έσκαβε κι ίδρωνε, όλο φύτευε και ξεφυσούσε.
«Μα
τούτος δω, θαρρώ πως είναι τρελός για τα καλά!» έλεγε ο ένας. «Αυτός τα έχασε τα λογικά του!» φώναζε ο άλλος.
«Ήταν που ήταν παλαβός, τώρα αποτρελάθηκε!» πεταγόταν ένας τρίτος. «Μα καλά,
Νασρεντίν, τι κάνεις, του λόγου σου, εκεί; Τι έπαθες και φυτεύεις δέντρα μικρά
και νιούτσικα στην ηλικία σου; Δεν θα ζήσεις τόσα χρόνια, για να προλάβεις να
τα δεις να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν!» τόλμησε ένας από τον κόσμο. Όλη τούτη
την ώρα του χαμού, ο Νασρεντίν δεν έδινε σημασία καμιά στις φωνές και στα λόγια
του κόσμου. Μήτε στα κουτσομπολιά απαντούσε, μήτε στα πειράγματα και στα γέλια
αποκρινόταν. Παρά μονάχα έσκαβε με το τσαπί του λάκκο, έπαιρνε απ’ το κάρο
δέντρο και το φύτευε, ξαναέσκαβε, έπαιρνε άλλο δέντρο απ’ το κάρο και το φύτευε
παραδίπλα.
Καμιά
φορά, λένε, σαν κουράστηκε να ακούει τις κουβέντες του κόσμου, ορθώνει το κορμί
του στον αέρα, σηκώνει τα μάτια του και κοιτάζει τους ανθρώπους που είχαν
μαζευτεί γύρω απ’ το χωράφι του. Τους κοιτάζει καλά καλά και φωνάζει: «Μα πώς
δε σας πέρασε απ’ το μυαλό, πως δε φυτεύω για μένα τούτα τα δέντρα τα
νιούτσικα, αλλά φροντίζω να τα αφήσω για
κείνους που θα ’ρθούν, για την επόμενη γενιά απ’ τη δική μου;»
Και
δίχως να χάσει καιρό, πήρε ξανά το τσαπί του και συνέχισε να σκάβει λάκκους
ξανά απ’ την αρχή και να φυτεύει, να σκάβει και να φυτεύει… για την επόμενη
γενιά…
Παρασκευή 29 Μαΐου 2026
Θρύλοι για την Άλωση της Πόλης: Επετειακή αφήγηση Μνήμης και Αποκατάστασης προσβληθέντων πολιτιστικών μνημείων
Συντελεστές
Ποίηση - στίχοι : Δημήτρης Φιλελές
Μουσική σύνθεση - τραγούδι : Φίλιππος Πλακιάς
Αφήγηση : Δημήτρης Β. Προύσαλης
Συνδιοργάνωση :
Σωματείο Ελλήνων Υπηκόων Απελαθέντων εκ Τουρκίας
«Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη»
Πέμπτη 28 Μαΐου 2026
Κόκκινη Κλωστή δεμένη -Εσπερίδα για την Αφήγηση στην Εκπαίδευση-ΤΕΑΠΗ ΕΚΠΑ Αθήνας 29/5
Δευτέρα 25 Μαΐου 2026
Εκτάκτως την Πέμπτη 28/5 η Λέσχη Αφήγησης Αθήνας του Μαγιού




































