Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Δυο αφηγήσεις- πασχαλινές αντανακλάσεις στην Ελληνική Επανάσταση (1821 & 1823)


Στην επετειακή και όχι μόνο-θεματική συλλογή με τίτλο: "Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος-Ιστορίες και αφηγήσεις για το θρησκευτικό συναίσθημα των Ελλήνων στα 1821" που κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, με την έγνοια του επιμελητή του παρόντος ιστολογίου για τα διακόσια χρόνια από την επανεκκίνηση του Ελληνισμού (1821-2021), συμπεριλαμβάνεται το 7ο Κεφάλαιο με θέμα: "Γιορτές μέσα στην Επανάσταση" ανάμεσα στα συνολικά εννιά της έκδοσης. Στο παρόν κεφάλαιο γίνεται μια αναφορά στις δύο μεγαλύτερες γιορτές-από τις πολλές σημαντικές της Χριστιανοσύνης-όπως καταγράφονται από τη γραφίδα των απομνηματογράφων του Αγώνα, εντοπίζονται σε αναφορές στα επίσημα αρχεία και μεταφέρονται μέσω προφορικών λαϊκών παραδόσεων. Παρουσιάζονται μέσα στην ιδιαιτερότητα του ιστορικού τους περίγυρου, αποκτώντας ένα ξεχωριστό ειδικό βάρος τόσο ως τέλεση, όσο και ως ατμόσφαιρα, αφού ακολουθούν μετά από μια πολύχρονη σε μάκρος εποχή μεγάλων εμποδίων, δοκιμασιών και απαγορεύσεων, όταν οι χριστιανοί δύσκολα μπορούσαν να τελέσουν τις γιορτές τους ή δεν τις τελούσαν καθόλου. Αφορούν τα Χριστούγεννα και το Πάσχα των υπόδουλων επαναστατημένων Ελλήνων, και οι δύο γιορτές με μια βαθιά συμβολική προσέγγιση: τα Χριστούγεννα που έφερναν την ελπίδα, με τη γέννηση του Θεανθρώπου και το Πάσχα, με το μήνυμα της Ανάστασης και της πορείας μέσα από μια άλλη αναγεννημένη ποιότητα. Δίνουν την αίσθηση της επανεκκίνησης αλλά και της συνέχειας του ελληνισμού που διακόπηκε, αλλά αγωνίζεται να κρατήσει το νήμα των παραδόσεων που λειτουργούν προσδιοριστικά για το Γένος, αφού η θρησκεία την εποχή εκείνη αποτέλεσε τον σημαντικότερο πολιτισμικό διαφοροποιητικό παράγοντα, μέσα σε ένα μωσαϊκό εθνοτικών συνυπάρξεων, κοινωνικών αναστατώσεων και έντονων πληθυσμιακών μετακινήσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για τις γιορτές που συμβαίνουν σε περίγυρο γιορταστικότερο, της ελευθερίας που σπέρνει ο Αγώνας, μια αίσθηση πως τα πράγματα αλλάζουν, αφού ο  παράγοντας του δυνάστη –καταπιεστή υπονομεύεται και αντιπαλεύεται με τα όπλα και η πρότερη περίοδος της πολύχρονης σκλαβιάς με τις αρνητικές της συνέπειες αρχίζει να γίνεται πρόσφατο παρελθόν. Εδώ λόγω της τρέχουσας περιόδου το βάρος πέφτει στις πασχαλινές αφηγήσεις.

Πρώτο Πάσχα της λευτεριάς (1821)- σ.149 της συλλογής

Τη Μεγάλη Παρασκευή του 1821 ο Παπαφλέσσας πήγε στα Βέρβενα.  Εκεί παρέα ο αρχιμανδρίτης Δικαίος, μαζί με τους δεσπότες των Βρεσθενών Θεοδώρητο, του Έλους Άνθιμο και Μαλτσίνης Ιωακείμ, βρέθηκαν στην ύπαιθρο καταμεσής του ελληνικού στρατού από τους επαναστατημένους ραγιάδες, κι εκεί έψαλαν το «Χριστός Ανέστη». Ήταν 10 του Απρίλη. Τα μάτια όλων άστραφταν, τούτο το Πάσχα ήτανε αλλιώτικο. Οι στρατιώτες,  οι επαναστατημένοι ραγιάδες, που είχαν ξεσηκωθεί πριν λίγους μήνες στα άρματα, αντί για λαμπάδες κράταγαν τα ντουφέκια στο δεξί τους χέρι, σ’ εκείνο το πρώτο Πάσχα της Λευτεριάς…

Αρχική πηγή: Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου τ.Α Αθήνησιν, εκ του τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως 1851 

Η παρούσα αφήγηση αποτελεί μια συγκινητική στιγμή στην ιστορία του νεότερου Ελληνισμού, αν κανείς αναλογιστεί πως πρόκειται για το πρώτο Πάσχα σε συνθήκες ελευθερίας μετά από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς. Σκηνικό αποτελεί το ελληνικό στρατόπεδο στα Βέρβενα, στο ψηλότερο χωριό της ορεινής Κυνουρίας όπου οι επαναστατημένοι ραγιάδες συγκεντρώνονται έχοντάς το για έδρα και ορμητήριό τους.

Το Πάσχα της Τζαβέλαινας (1823) σσ. 151-154 της συλλογής

Λένε πως κοντά στο Θιάκι,* ήταν ένα μικρό νησί που το λέγαν Κάλαμο. Εκεί στα 1823 κατέφευγαν αδύνατες ψυχές κυνηγημένες, για να γλιτώσουν από τα χέρια των Τούρκων. Στο νησί είχαν μαζευτεί Σουλιώτισσες, που απόμειναν δίχως πατρίδα μετά τους πολέμους με τον Αλή Πασά και τον Χουρσίτ. Ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες ήταν και μια ξεχωριστή, που το όνομά της ήταν ξακουσμένο ανάμεσα σε όλες τις Σουλιώτισσες. Ήταν λένε η Δέσπω, η γυναίκα του Φώτου του Τζαβέλα. Μια μέρα έφτασε στον Κάλαμο κακό μαντάτο, πως τα δυο παιδιά της Δέσπως, παλικάρια ολόκληρα, χάθηκαν στον πόλεμο.  Όπως το είχαν συνήθειο στο Σούλι όλες οι γυναίκες άρχισαν τα ξεφωνητά, τα κλάματα και τα μαλλιοτραβήγματα. 

Σε μια στιγμή πετάγεται πάνω η χαροκαμένη μάνα, η Δέσπω και λέει: «Πάψτε, ορέ γυναίκες! Οι γιοι μου πήγαν στο δρόμο του Χριστού. Σηκωθείτε. Να βάψουμε τ’ αυγά, γιατί Πάσχα έρχεται, κι είν’ αμαρτία, μπορεί να μας οργιστεί ο Θεός!» Οι άλλες από σεβασμό στη γυναίκα, σηκώνονται κι αρχίζουνε να κάνουν τις δουλειές τους και κρατούν με το ζόρι τα δάκρυα μέσα στα μάτια τους.  Την ώρα που έκαναν το βάψιμο των αυγών, έρχεται άλλο μαντάτο, πως οι γιοι της Δέσπως δεν σκοτώθηκαν στον πόλεμο, παρά μονάχα ένας απ’ τους δυο λαβώθηκε αλαφρά. Η Δέσπω γονατίζει και λέει: «Δοξασμένη σου η χάρη, Χριστέ, που μου τους φύλαξες, μα εγώ πάντα τους έχω για Σένα και την Πατρίδα ξεγραμμένους…»

*Θιάκι: Ιθάκη

Πηγή: Περιοδικό «Εστία» τόμος του έτους 1888

Η συγκεκριμένη αφήγηση αντανακλά την πεποίθηση που είχαν οι Σουλιώτισσες για την τύχη των αγαπημένων τους, των οποίων η ζωή ήταν αφιερωμένη στην πατρίδα και στη πίστη τους. Εδώ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, πως προκρίνεται η προετοιμασία για τον ερχομό του Πάσχα από τις θρηνητικές εκδηλώσεις που μπορούν να περιμένουν σε μια αρνητική είδηση που τελικά δεν επιβεβαιώθηκε. 

Με την υποστήριξη της



Σάββατο 4 Απριλίου 2026

"Τέτοιο πράγμα δεν ξανάγινε στον κόσμο!" (Γράμμα των επιζησάντων της Φρουράς στην Έξοδο) Mεσολόγγι 1826-2026

                  "ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΣΩΘΗΚΕ! 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1826" Σχέδιο-Rene Auguste Flandrin/Λιθογραφία-Bernard ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Από την επερχόμενη έκδοση: 

Δημήτρης Β. Προύσαλης-Δημήτρης Φιλελές: 

"Μεσολόγγι: Σιωπή και θαυμασμός: 200 χρόνια Αθανασίας 1826-2026"

Εκδ. iWRITE 

σελ. 186-189 

Σεβαστή Διοίκηση!

Με την ελπίδα να μας καταφθάσουν τα καράβια και να μας μπάσουν τρόφιμα και προμήθειες, φτάσαμε στην πιο άθλια κατάσταση. Φάγαμε όλα τα άλογα, μουλάρια, γομάρια, σκύλους και γάτες, τα οποία τέλειωσαν και αυτά. Τα καράβια δε τα ελληνικά, μία φορά φάνηκαν στο λιμάνι μας και επειδή ήταν λίγα, όχι δεν έβλαψαν τον εχθρό, αλλά και διώχθηκαν (βλ. κυνηγήθηκαν). Και περιμέναμε οκτώ ημέρες τρώγοντας θαλάσσια χόρτα και ύστερα δεν τα ξαναείδαμε. Έφθασε να πεθαίνουν και από εκατό και εκατόν πενήντα τη μέρα, μέχρι που έμειναν και άταφοι, διότι οι άλλοι δεν είχαν δύναμη να τους θάφτουν. Για να μη χαθεί όμως με την ολότητα το στρατιωτικό,* αποφασίσαμε να βγούμε με έξοδο, με τα σπαθιά στα χέρια, να βγάλουμε και όλο το αδύνατο μέρος** και όποιος γλυτώσει, πράγμα, που δεν έγινε ποτέ στον κόσμο!

Λοιπόν, στις 10 του παρόντος, το βράδυ στις τρεις ώρα τη νύχτα, κάμαμε την έξοδο μέσα απ’ τα γεφύρια και πέσαμε στα εχθρικά χαρακώματα που ήταν τριγύρω. Ο εχθρός είχε την είδηση*** και τα είχε καλά δυναμωμένα (βλ. ενισχυμένα). Είχε βάλει την καβαλλαρία****λίνιαν,***** ομοίως και την φανταρία. Εμείς κυριέψαμε τα γύρω χαρακώματα, σχίσαμε τις κολώνες εις την μέση****** και περάσαμε. Μπλεχτήκαμε όμως στον κάμπο, και πολεμώντας τραβούμε στο βουνό. Βάσταξε ο πόλεμος έξι ώρες. Βγήκαμε στη πλαγιά, όπου βρήκαμε ενισχύσεις και μας έδωκαν βοήθεια. Όλες οι οικογένειες και οι αδύνατοι χάθηκαν, από τους δυνατούς πολλοί λίγοι, όσους έπιασαν τα βόλια (βλ. χτυπήθηκαν) και οι ριπές των σφαιρών. Οι λαβωμένοι και άρρωστοι που είχαμε μέσα την πόλη, άλλοι μεν μπήκαν στην πυριτιδαποθήκη και βάζοντας φωτιά κάηκαν με πολλούς εχθρούς, άλλοι δε κλείστηκαν στα σπίτια και πολέμησαν μέχρι που δεν απόμεινε μήτε ένας, χωρίς κανείς να παραδώσει τον εαυτό του στους εχθρούς.

*εννοεί τη φρουρά **το αδύναμο μέρος: εννοεί τα γυναικόπαιδα, ***είχε την είδηση: είχε προειδοποιηθεί, γνώριζε τι θα συμβεί, ****καβαλαρία-φανταρία: ιππικό-πεζικό, *****λίνιαν: σε γραμμή, εννοεί σε παράταξη, με συγκεκριμένη τοποθέτηση

******σχίσαμε τις κολώνες στη μέση: περάσαμε μέσα από τα στρατεύματά τους

Σεβαστή Διοίκηση! Αυτά όλα ακολούθησαν, αφού δεν εισακούονταν τα γραφόμενά μας, που πολλές φορές σας γράψαμε την κατάστασή μας και την έλλειψη τροφών, για τα οποία σας είχαμε στείλει επίτηδες και πληρεξουσίους, και καμία απόκριση δεν λάβαμε, παρά μόνο τώρα στο τέλος λάβαμε γράμμα από τους στρατηγούς Λ. Βέικο και Ν. Ζέρβα. Όμως μήτε τις τροφές μήτε εκείνα τα λίγα γρόσια που τους δώσατε μπόρεσαν να μας στείλουν. Τα γρόσια όμως αυτά να μείνουν στα χέρια των πληρεξουσίων μας, για να τα λάβουμε γλήγορα και να παρηγορήσουμε τη δυστυχία των στρατιωτών μας, να μας οικονομηθούν δε και τα λοιπά.

Δεν λυπόμαστε τόσο για το χαμό του Μεσολογγίου, για το οποίο χύσαμε τόσα αίματα, αλλά μας θλίβει περισσότερο, ότι ο χαμός του έγινε σε έναν καιρό, οπού είχαμε καταστήσει τον εχθρό σε τόση αδυναμία, που ήταν απελπισμένος· γιατί τρεις φορές που κάμαμε έφοδο από το κάστρο μέσα στις οχυρωματικές τους θέσεις, σκοτώσαμε περίπου από δύο χιλιάδες. Την 25 του Μαρτίου έκαμε γενική έφοδο ο εχθρός στην Κλείσοβα από θάλασσα και ξηρά με οκτώ χιλιάδες· οι Έλληνες δεν ήταν περισσότεροι από εκατό στρατιώτες. Εκείνη τη στιγμή έφθασε και ο στρατηγός Κίτσος Τζαβέλλας και Κίτσος Πάσχος, ο οποίος και φονεύτηκε στη μάχη αυτή. Σκοτώθηκαν από τους εχθρούς περίπου τρεις χιλιάδες μαζί με τους λαβωμένους, σκοτώθηκε και ο γαμπρός του Ιμπραήμ, ο Σουλεϊμάν-μπέης, και ο ανεψιός του και ο γυναικάδελφος τού Κιουταχή που κι ο ίδιος πληγώθηκε. Η πείνα όμως παρέδωσε το Μεσολόγγι. Αλλά, μη φοβάσθε! Εκείνοι που υπερασπίζονταν το Μεσολόγγι, οι περισσότεροι, γλίτωσαν με το σπαθί στο χέρι. Γι’ αυτό παρακαλούμε να μας στείλετε τις αναγκαίες διαταγές, τι έχουμε να κάμουμε, και κάθε καλή επιμελητεία και φροντίδα από τροφές, πολεμοφόδια και λοιπά. Εμείς, επειδή είμαστε αδύνατοι από την πείνα και τον κόπο, και με το να μην ευρίσκεται σε τούτα τα μέρη τίποτε, περνούμε στα Σάλωνα,*** όπου και περιμένουμε τις ανωτέρω διαταγές σας.

Όσοι από τους κατοίκους διασώθηκαν, θα τραβήξουν για την Αθήνα ή όπου αλλού βρουν όσα έχουν ανάγκη

Μένουμε με το ανήκον σέβας

Δερβέκιστα την 12 Απριλίου 1826

Οι πατριώτες

Μ. Κοντογιάννης, Δημήτρης Μακρής, Γ. Βαλτινός, Βασίλης Χασάπης, Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλλας, Γιώργης Κίτσος, Χρήστος Φωτομάρας,Γιωργάκης Βάγιας

Πηγή: ΓΑΚ Αλληλογραφία Φρουράς Μεσολογγίου 1825-1826, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 1963 Επιμ. Ε. Γ. Πρωτοψάλτης