Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Παραμύθια λαϊκά απέναντι στη λήθη: "Δεν ξεχνώ!"-Αφηγήσεις του συλλογικού φαντασιακού από τα Κατεχόμενα της Κύπρου-Μια συλλογή


Μπορεί κανείς να μιλήσει, να αναστοχαστεί, να φέρει στη μνήμη του, να ανοίξει διαλόγους, αλλά κυρίως να τοποθετηθεί ενεργητικά απέναντι στα ιστορικά γεγονότα, πόσο μάλιστα όταν αυτά παραμένουν ζωντανά και σε διαρκή εξέλιξη στο παρόν, καθορίζοντας με τον τρόπο τους το μέλλον. Είναι εξάλλου ένα χρέος που περνά από γενιά σε γενιά και ανοίγει δρόμους ή δημιουργεί αδιέξοδα. Η εισβολή του Αττίλα  στο νησί της Αφροδίτης το 1974. ως συνέπεια εσωτερικών πραξικοπημάτων και εξωτερικών γεωπολιτικών συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής αλλά και της διαρκούς επιθετικής εκδήλωσης μόνιμα εχθρικών γειτνιάσεων, που απροκάλυπτα απειλούν σε κάθε ευκαιρία, είναι μονόδρομος όχι μόνο στην μνήμη αλλά και στην εγρήγορση. 
Ο Ιούλιος κάθε καλοκαιριού από το 1974 και μετά, αφήνει μια γεύση πικρή σε όσους θυμούνται και λένε "Δεν Ξεχνώ!" και ο λαϊκός πολιτισμός συμβάλλει με τον δικό του τρόπο. Αν σηματοδοτεί μια διαδικασία προσέγγισης των ριζών, ιστορικών διαδρομών, για τα μετερίζια, τις παρακαταθήκες, τα ποτισμένα «δέντρα» και τα άνυδρα παρόντα, με τα προς ιστορική «ερημοποίηση» μέλλοντα, τότε μπορεί να τοποθετηθεί απέναντι στα γεγονότα με τη δική του ιδιαίτερη ματιά αλλά και το ειδικό του βάρος. Μια παλιά αραβική παροιμία λέει: «Τη μέρα που δεν θα θυμάται κάποιος για πού τραβά στον δρόμο του, είναι καλό να μην ξεχνά από πού ξεκίνησε». Συγκροτεί άτομο και συλλογική συνείδηση στην επαφή και γνώση των πολυεπίπεδων ριζών, σηματοδοτώντας με πολυποίκιλες διαφορετικές μορφές, μια ιδιότυπη «υπενθύμιση», που απεύχεται άκριτες παραδοχές, μονόπλευρες θεάσεις, προσκολλήσεις ιδεολογικών εκμεταλλευτικών μονοκαλλιεργειών.  

Πώς θα μπορούσαν άραγε τα λαϊκά παραμύθια να στοιχηθούν σε με προσπάθεια μνήμης που επικεντρώνεται σε ένα ανοιχτό ιστορικά γεγονός, του οποίου οι συνέπειές του τίθενται σε διάρκεια;
Τα λαϊκά παραμύθια, μέσο έκφρασης και ταυτότητας ενός πολιτισμικού κύκλου κοινών ιστορικών αναφορών και διαδρομών, αποτελούν πνευματικά δημιουργήματα ανώνυμων δημιουργών. Αξιοποιούν τον κόσμο της γλώσσας, συνιστώντας ιδιότυπη σκυταλοδρομία παράδοσης-παραλαβής, χρήσης και αξιοποίησης, αποτύπωσης και διαλόγου, μια ιδιαίτερη εκδήλωση δημιουργίας του συλλογικού φαντασιακού. Αποτελούν ταυτόχρονη «συνομιλία» του άχρονου και των ανθρώπινων ιστορικών πλαισίων (διαβίωση, κοινωνική αλληλεπίδραση, πολιτιστική κληρονομιά). Ριζώματα-αποκούμπια εθνικής ταυτότητας μυθοπλαστικής προβολής και αντανάκλασης, ταυτόχρονα πεδίο διαπολιτισμικού διαλόγου, οικουμενικού προβληματισμού πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές, άδηλης συμβουλευτικής, ψυχοσυναισθηματικής αναπλαισίωσης, με επίφαση πάντα εφήμερες συμβάσεις  οργανωμένων ή περιστασιακών προφορικών αφηγηματικών ψυχαγωγιών.

Τέτοια μοναδική περίπτωση αποτελεί η επετειακή έκδοση της συλλογής των Εκδόσεων Εύμαρος «Παραμύθια λαϊκά από τα κατεχόμενα της Κύπρου 1868-1973: Μια φορά τζι έναν τζαιρόν είσσεν…» του |προπερασμένου καλοκαιρού. Πενήντα οκτώ επιλεγμένα κυπριακά παραμυθιών 28 διαφορετικών τόπων σήμερα σκλαβωμένων, όλων των ειδολογικών κατηγοριών (Μύθοι Ζώων, Μαγικά, Θρησκευτικά, Ρεαλιστικά, Ξεγέλασμα δράκων, Κλιμακωτά) με κριτήρια: Αντιπροσωπευτικότητα περιοχών, ποικιλία παραμυθιακών τύπων, νοηματική-αφηγηματική πληρότητα, μορφική υπόσταση, ανεξαρτησία τύπου-συμφυρμού, παραλλαγές, πηγών σπανίων  και δυσεύρετων. Στο υλικό της συλλογής συναντώνται: Αντανακλάσεις Αισώπειων μύθων, ελληνική μυθολογία, αρχαία γραμματεία, Βυζαντινές-μεσαιωνικές απηχήσεις, παροιμιακός λόγος, συναντήσεις προφορικών λογοτεχνιών των λαών, λαϊκά θρησκευτικά στοιχεία, πλήθος κοινωνικών όψεων, αντιλήψεων, εθιμικών εκδηλώσεων, αντανακλάσεις συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων, πραγματολογικές-πολιτισμικές αναφορές, γλωσσικές αποτυπώσεις. Έρχονται – κέρασμα μνήμης – να μας θυμίσουν πως χειρότερος εχθρός δεν είναι ο εισβολέας, αλλά η λήθη και επιτακτική ανάγκη να θυμίζουν πως «Η Κύπρος δεν κείται μακράν…».

Παλιές υποθέσεις και δοκιμασμένα αφηγηματικά σώματα στο πέρασμα των καιρών,  αφανείς, επίμονοι και υπομονετικοί συνοδοιπόροι της ανθρώπινης εμπειρίας, ταπεινοί αφουγκραστές εσωτερικών πολυδαίδαλων ανθρώπινων ψυχισμών, τα λαϊκά παραμύθια γίνονται «καμβάδες» νέων διαδρομών σε παλιά χιλιοπερπατημένα μονοπάτια, οδηγούμενα σε κόσμους συνεχών διαχρονικών πολυποίκιλων μετασχηματισμών, λοξοκοιτάζοντας μέσα από το ασφαλές και αποστασιοποιημένο  «Μια φορά κι έναν καιρό…», που διαγκωνίζεται και ταυτόχρονα αγωνιά, να έχει αξία και θέση αναγνωρίσιμη στο σύγχρονο «τώρα». Στη διάρκεια τούτης της ασταμάτητης κίνησης, γεννούν πολύμορφα ειδολογικά συναπαντήματα: Υιοθετούν υποθέσεις, ενσωματώνουν επιρροές αρχαίων γραμματειών, απηχούν λαϊκές παραδόσεις, θυμίζουν μυθολογικές ιστορίες, ανταμώνουν κείμενα λόγιων μορφών, περικλείουν έμμεσες ιστορικές αφηγηματικές παρακαταθήκες, πολλαπλασιάζουν ανώνυμες δημοφιλείς αφηγήσεις, γίνονται αφορμή γνωριμίας με κοινότητες. Αποτελούν ιδιότυπη αφηγηματική «μεταποίηση» παλιών λογοτεχνικών «πατρόν» με καινούργιες μυθοπλαστικές σταυροβελονιές ιστόρησης, διεκδικώντας νέο χρόνο στον κοινοτικό διαμοιρασμό, φέρνοντας στο προσκήνιο θέματα παλιά ή ασταμάτητα επίκαιρα της διαδρομής του ανθρώπου από τα σκοτάδια στο φως.  

Από τα μέσα του 19ου αιώνα παρατηρείται διεθνώς έξαρση των λαογραφικών καταγραφών, εστιασμένων κύρια στον προφορικό πολιτισμό, απόρροια της διάλυσης των μεγάλων αυτοκρατοριών και της προσπάθειας των εθνών, να ορίσουν την ταυτότητά τους μέσα στις νέες κρατικές αναδύσεις, οριοθετήσεις και υποστάσεις που παρουσιάζονται σποραδικά εντός αλλαγών, πολυποίκιλων αναταράξεων ενίοτε συγκρούσεων κοινωνικοπολιτικών. Η καταγραφή της ταυτότητας του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, δρομολογώντας σταδιακά τη μελέτη του, ακολουθεί σχεδόν σε μια παραλληλία τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα, από ένα νεοσύστατο κουτσουρεμένο νεοελληνικό κράτος που διεκδικεί και κερδίζει ολοένα εδάφη, επεκτείνοντας την κρατική του κυριαρχία πέρα από τα στενά περιοριστικά όρια της πρώτης συνοριακής γραμμής Μαλιακού-Αμβρακικού. 

Η Κύπρος, ζωντανό και αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού με τα δικά της ιδιαίτερα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά των γλωσσικών και πολιτισμικών ιδιοτυπιών, αναδεικνύεται από νωρίς (βλ. Αθ. Σακελλαρίου 1855, αργότερα Γ. Λουκά, Σ. Μενάρδος, Ξ. Π. Φαρμακίδης) πεδίο αρχικά επιτόπιων λαογραφικών καταγραφών και μελετών του πολιτισμικού της αποθέματος, ακολουθώντας την ιστορική της πορεία (Οθωμανοκρατία 1570-1878, Αγγλοκρατία 1878-1959, περίοδος  εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα 1955-1959, πρώιμα χρόνια Κυπριακής Δημοκρατίας).  Συνδέεται με τη μητροπολιτική Ελλάδα, μέσα από πολλαπλές αναφορές, αναγωγές, συνοδοιπορίες στους κοινούς αγώνες. Ήδη στα 1821 περισσότεροι των επτακοσίων Κυπρίων έρχονται στην επαναστατημένη Ελλάδα να συμμετάσχουν, όταν η έννοια  «Ελληνική Πολιτεία» ήταν άπιαστο όνειρο. Οι Κύπριοι δεν απουσιάζουν έκτοτε από κανέναν εθνικό αγώνα. Η ίδρυση ενώσεων, πνευματικών ομίλων και επιστημονικών περιοδικών ως αντίλογος αντίδρασης στην πολιτική αφελληνισμού της Κύπρου, επιβεβλημένης στα χρόνια της Παλμεροκρατίας (1933-1939) – συνέπεια της εξέγερσης των Κυπρίων το 1931 – έφερε κυκλοφορία σειράς περιοδικών (Κυπριακαί Σπουδαί, Κυπριακά Γράμματα, Κυπριακά Χρονικά, Πάφος-Παγκύπριο Λογοτεχνικό Περιοδικό). Αναδείχτηκε η Κυπρολογία ως ανεξάρτητος κλάδος έρευνας, υπηρετώντας-επικεντρώνοντας στην ανάδυση-προβολή επιστημονικών εργασιών με άξονα ιστορικό, λαογραφικό, γλωσσικό, αρχαιολογικό, θρησκευτικό, αναδεικνύοντας σειρά προσωπικοτήτων με κύρια συμβολή στη συλλογή λαϊκών παραμυθιών (Γ. Χ. Παπαχαραλάμπους, Ν. Κονομής, Ν. Κληρίδης, Κ. Π. Χατζηιωάννου,  Κ. Ιωαννίδης. Μ. Χριστοδούλου, Α. Ρουσουνίδης). 

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και η κατοχή του 38% των εδαφών δημιούργησε καινούργια εθνικά και λαογραφικά δεδομένα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, δρομολογείται η συγκρότηση προγράμματος δημιουργίας επιστημονικά οργανωμένου Αρχείου Προφορικής Παράδοσης των κατεχόμενων περιοχών της Κύπρου, συμβάλλοντας στην προετοιμασία έναρξης μελέτης υλικού με συγκέντρωση λεπτομερών στοιχείων από πρόσφυγες των εν λόγω περιοχών. Παράλληλα αξιοποιούνται τα λαογραφικά αρχεία στην Ελλάδα, στην ανάλογη έρευνα των κατεχόμενων περιοχών της Κύπρου (βλ. 105 πολυσέλιδα – κυρίως – χειρόγραφα με λαογραφικές καταγραφές περιόδου 1918-1979, αντιπροσωπεύοντας 58 διαφορετικούς κατεχόμενους τόπους). Ταυτόχρονα προβάλλεται έντυπα και ηλεκτρονικά υλικό καταγραφών του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Κύπρου, ιδρυμένου το 1962. Στα νεότερα χρόνια (2003-2011) έχουν εκδοθεί συλλογές λαϊκών παραμυθιών συγκεκριμένων τοπογεωγραφικών περιοχών από πρόσφυγες των κατεχόμενων (βλ. Μεσαορία, Γέρι-Πυρόι, Άσσια Αμμοχώστου), ενώ έχουν δημοσιευτεί επίσης στο περιοδικό Λαογραφική Κύπρος.  

Παραμύθια λαϊκά απέναντι στη λήθη: "Δεν ξεχνώ!"-Αφηγήσεις του συλλογικού φαντασιακού από τα Κατεχόμενα της Κύπρου-Μια συλλογή Μνήμης.

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου