Λένε πως στα μέρη της
Ανατολής ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας άνθρωπος παράξενος πολύ. Γιατί όλοι
το ήξεραν καλά, πως από τον ίδιο τούτο άνθρωπο μπορούσες να ακούσεις τη
μεγαλύτερη σοφία, από τον ίδιο μπορούσες να περιμένεις και τη μεγαλύτερη
παλαβομάρα. Τον φώναζαν Νασρεντίν Χότζα, κι όλοι τον γνώριζαν για τα καμώματα,
τα χωρατά και τις κουβέντες που ξεστόμιζε άλλοτε με τρέλα κι άλλοτε με γνώση
περισσή.
Μια
μέρα, λένε πως ο Νασρεντίν κίνησε νωρίς, πρωί πρωί από το σπίτι του, να πάει
στο χωράφι του που ήταν γειτονικό, λιγάκι παρακάτω. Σαν βρέθηκε στο χωράφι του
ο Χότζας, άρχισε με φούρια να σκάβει με το τσαπί του και να φυτεύει δέντρα με
έγνοια μεγάλη. Είχε πάει στην αγορά, είχε αγοράσει δέντρα νιούτσικα, είχε
φορτώσει αυτός το κάρο του με δέντρα μικρά από την προηγούμενη τη μέρα. Είχε
δέσει μπροστά τον γάιδαρό του, τον Καράογλαν, είχε πάει το κάρο στο χωράφι και
τώρα δούλευε: Έσκαβε με το τσαπί του, έπαιρνε δέντρο και το φύτευε, ξανάσκαβε
ένα λάκκο, έπαιρνε άλλο δέντρο και το
φύτευε παραδίπλα στο πρώτο κι όλο έκανε τα ίδια και τα ίδια: Έσκαβε με το τσαπί
του, έπαιρνε απ’ το κάρο δέντρο και το φύτευε, ξανάσκαβε ένα λάκκο, έπαιρνε
άλλο δέντρο απ’ το κάρο και το φύτευε
παραδίπλα.
Οι
γειτόνοι του Νασρεντίν, οι χωριανοί κι όσοι τον ήξεραν απ’ την καλή του και την
ανάποδη, τον είδαν στο χωράφι να δουλεύει, να σκάβει και να φυτεύει δίχως
σταματημό και παραξενεύτηκαν. Τα μαντάτα απλώθηκαν γρήγορα παντού, όπως γίνεται
σαν θέλει κάποιος να μιλήσει με κακία για τους άλλους. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν
μπροστά στο χωράφι του Νασρεντίν. Κοίταζαν τώρα τον Χότζα να σκάβει λάκκους με
το τσαπί του και να φυτεύει δέντρα νιούτσικα κι άρχισαν να κουβεντιάζουν στα
κρυφά, να γελάνε, να κοροϊδεύουν και να σκουντούν ο ένας τον άλλον και να
δείχνουν προς το Νασρεντίν, που όλο έσκαβε κι ίδρωνε, όλο φύτευε και ξεφυσούσε.
«Μα
τούτος δω, θαρρώ πως είναι τρελός για τα καλά!» έλεγε ο ένας. «Αυτός τα έχασε τα λογικά του!» φώναζε ο άλλος.
«Ήταν που ήταν παλαβός, τώρα αποτρελάθηκε!» πεταγόταν ένας τρίτος. «Μα καλά,
Νασρεντίν, τι κάνεις, του λόγου σου, εκεί; Τι έπαθες και φυτεύεις δέντρα μικρά
και νιούτσικα στην ηλικία σου; Δεν θα ζήσεις τόσα χρόνια, για να προλάβεις να
τα δεις να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν!» τόλμησε ένας από τον κόσμο. Όλη τούτη
την ώρα του χαμού, ο Νασρεντίν δεν έδινε σημασία καμιά στις φωνές και στα λόγια
του κόσμου. Μήτε στα κουτσομπολιά απαντούσε, μήτε στα πειράγματα και στα γέλια
αποκρινόταν. Παρά μονάχα έσκαβε με το τσαπί του λάκκο, έπαιρνε απ’ το κάρο
δέντρο και το φύτευε, ξαναέσκαβε, έπαιρνε άλλο δέντρο απ’ το κάρο και το φύτευε
παραδίπλα.
Καμιά
φορά, λένε, σαν κουράστηκε να ακούει τις κουβέντες του κόσμου, ορθώνει το κορμί
του στον αέρα, σηκώνει τα μάτια του και κοιτάζει τους ανθρώπους που είχαν
μαζευτεί γύρω απ’ το χωράφι του. Τους κοιτάζει καλά καλά και φωνάζει: «Μα πώς
δε σας πέρασε απ’ το μυαλό, πως δε φυτεύω για μένα τούτα τα δέντρα τα
νιούτσικα, αλλά φροντίζω να τα αφήσω για
κείνους που θα ’ρθούν, για την επόμενη γενιά απ’ τη δική μου;»
Και
δίχως να χάσει καιρό, πήρε ξανά το τσαπί του και συνέχισε να σκάβει λάκκους
ξανά απ’ την αρχή και να φυτεύει, να σκάβει και να φυτεύει… για την επόμενη
γενιά…

