Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Μια ιστορία.... όλο μέλλον και μια συλλογή λαϊκών παραμυθιών για την Παγκόσμια Ημέρα Προστασίας του Περιβάλλοντος: 5 Ιουνίου...

 


Οι Παγκόσμιες Ημέρες που έχουν θεσμοθετηθεί από τη διεθνή κοινότητα με αφορμή μια ποικιλία ζητημάτων, ανοιχτών θεμάτων, κατακτημένων ή υπό διεκδίκηση εν εξελίξει καυτών επικεντρώσεων που επηρεάζουν και καθορίζουν την ποιότητα ζωής των ανθρώπων, έρχονται σαν συνειδησιακή επίγνωση και υπενθύμιση των προσπαθειών  που έχουν ευοδωθεί ή όσων μέλλεται ακόμα να δρομολογήσουν διαδικασίες προς κατάκτηση.
Ανάμεσα στις πλείστες όσες Παγκόσμιες Ημέρες συμπεριλαμβάνεται και η 5η Ιουνίου κάθε έτους. Πρόκειται για μια ημέρα επικέντρωσης στο θεμελιώδες ζήτημα της Προστασίας του Περιβάλλοντος, που μας υπενθυμίζει, κάθε χρόνο και πιο οδυνηρά, την ευθύνη που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι απέναντι σε όσα παρέλαβαν αλλά κυρίως σε όσα πρόκειται να παραδώσουν στις γενιές που θα έρθουν.

Με αφορμή μια τέτοια σημαντική μέρα, έρχεται η επίκληση μιας ξεχωριστής συλλογής λαϊκών παραμυθιών και μυθολογικών ιστοριών από την παγκόσμια προφορική παράδοση που αναφέρεται σε πλειάδα ζητημάτων που ανακύπτουν από την έμπρακτη στάση του ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον, το μεγάλο του σπίτι, στο οποίο ξεχνά πως φιλοξενείται και δεν λογίζεται επικυρίαρχος.

Πρόκειται για τη συλλογή: "Παραμύθια λαϊκά για να σώσουμε το Μεγάλο μας Σπίτι-Ιστορίες οικολογικής ευαισθητοποίησης" που κυκλοφορήθηκε το 2020 από τον επιμελητή του παρόντος ιστολογίου και με την επιμέλεια των ερκδόσεων ΕΥΜΑΡΟΣ πάντα επίκαιρο, πάντα παρόν και πάντα γεμάτο μηνύματα και νοήματα.

ΦΥΤΕΥΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ!

Λένε πως στα μέρη της Ανατολής ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένας άνθρωπος παράξενος πολύ. Γιατί όλοι το ήξεραν καλά, πως από τον ίδιο τούτο άνθρωπο μπορούσες να ακούσεις τη μεγαλύτερη σοφία, από τον ίδιο μπορούσες να περιμένεις και τη μεγαλύτερη παλαβομάρα. Τον φώναζαν Νασρεντίν Χότζα, κι όλοι τον γνώριζαν για τα καμώματα, τα χωρατά και τις κουβέντες που ξεστόμιζε άλλοτε με τρέλα κι άλλοτε με γνώση περισσή. 

Μια μέρα, λένε πως ο Νασρεντίν κίνησε νωρίς, πρωί πρωί από το σπίτι του, να πάει στο χωράφι του που ήταν γειτονικό, λιγάκι παρακάτω. Σαν βρέθηκε στο χωράφι του ο Χότζας, άρχισε με φούρια να σκάβει με το τσαπί του και να φυτεύει δέντρα με έγνοια μεγάλη. Είχε πάει στην αγορά, είχε αγοράσει δέντρα νιούτσικα, είχε φορτώσει αυτός το κάρο του με δέντρα μικρά από την προηγούμενη τη μέρα. Είχε δέσει μπροστά τον γάιδαρό του, τον Καράογλαν, είχε πάει το κάρο στο χωράφι και τώρα δούλευε: Έσκαβε με το τσαπί του, έπαιρνε δέντρο και το φύτευε, ξανάσκαβε ένα λάκκο, έπαιρνε άλλο δέντρο  και το φύτευε παραδίπλα στο πρώτο κι όλο έκανε τα ίδια και τα ίδια: Έσκαβε με το τσαπί του, έπαιρνε απ’ το κάρο δέντρο και το φύτευε, ξανάσκαβε ένα λάκκο, έπαιρνε άλλο δέντρο απ’ το κάρο   και το φύτευε παραδίπλα.

Οι γειτόνοι του Νασρεντίν, οι χωριανοί κι όσοι τον ήξεραν απ’ την καλή του και την ανάποδη, τον είδαν στο χωράφι να δουλεύει, να σκάβει και να φυτεύει δίχως σταματημό και παραξενεύτηκαν. Τα μαντάτα απλώθηκαν γρήγορα παντού, όπως γίνεται σαν θέλει κάποιος να μιλήσει με κακία για τους άλλους. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν μπροστά στο χωράφι του Νασρεντίν. Κοίταζαν τώρα τον Χότζα να σκάβει λάκκους με το τσαπί του και να φυτεύει δέντρα νιούτσικα κι άρχισαν να κουβεντιάζουν στα κρυφά, να γελάνε, να κοροϊδεύουν και να σκουντούν ο ένας τον άλλον και να δείχνουν προς το Νασρεντίν, που όλο έσκαβε κι ίδρωνε, όλο φύτευε και ξεφυσούσε.

«Μα τούτος δω, θαρρώ πως είναι τρελός για τα καλά!» έλεγε ο ένας. «Αυτός  τα έχασε τα λογικά του!» φώναζε ο άλλος. «Ήταν που ήταν παλαβός, τώρα αποτρελάθηκε!» πεταγόταν ένας τρίτος. «Μα καλά, Νασρεντίν, τι κάνεις, του λόγου σου, εκεί; Τι έπαθες και φυτεύεις δέντρα μικρά και νιούτσικα στην ηλικία σου; Δεν θα ζήσεις τόσα χρόνια, για να προλάβεις να τα δεις να μεγαλώνουν και να ωριμάζουν!» τόλμησε ένας από τον κόσμο. Όλη τούτη την ώρα του χαμού, ο Νασρεντίν δεν έδινε σημασία καμιά στις φωνές και στα λόγια του κόσμου. Μήτε στα κουτσομπολιά απαντούσε, μήτε στα πειράγματα και στα γέλια αποκρινόταν. Παρά μονάχα έσκαβε με το τσαπί του λάκκο, έπαιρνε απ’ το κάρο δέντρο και το φύτευε, ξαναέσκαβε, έπαιρνε άλλο δέντρο απ’ το κάρο και το φύτευε παραδίπλα.

Καμιά φορά, λένε, σαν κουράστηκε να ακούει τις κουβέντες του κόσμου, ορθώνει το κορμί του στον αέρα, σηκώνει τα μάτια του και κοιτάζει τους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί γύρω απ’ το χωράφι του. Τους κοιτάζει καλά καλά και φωνάζει: «Μα πώς δε σας πέρασε απ’ το μυαλό, πως δε φυτεύω για μένα τούτα τα δέντρα τα νιούτσικα, αλλά φροντίζω να  τα αφήσω για κείνους που θα ’ρθούν, για την επόμενη γενιά απ’ τη δική μου;»

Και δίχως να χάσει καιρό, πήρε ξανά το τσαπί του και συνέχισε να σκάβει λάκκους ξανά απ’ την αρχή και να φυτεύει, να σκάβει και να φυτεύει… για την επόμενη γενιά… 


Με την υποστήριξη της