Τα τελευταία χρόνια η θέσπιση "Παγκοσμίων" ή "Διεθνών Ημερών" που σχετίζονται με μια σειρά από θέματα, ζητήματα, φαινόμενα, αντικείμενα, και εκδηλώσεις έρχεται να φέρει στο φως έστω και περιστασιακά ή με χρονικό περιορισμό σημαντικές επικεντρώσεις, που άλλοτε λειτουργούν κριτικά, άλλοτε, επιθυμούν να υπενθυμίσουν και άλλοτε να επενεργήσουν αναστοχαστικά για πλευρές από την πορεία του ανθρώπου πάνω στον κόσμο και την αλληλεπίδραση μαζί τους.
Αν και η πρώτη φορά που θεσπίζεται σε εθνικό επίπεδο χάνεται στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και μάλιστα στο μακρινό 1908 στην αμερικανική πολιτεία της Βιρτζίνια, συνδεδεμένη με σοβαρό εργατικό ατύχημα στην περιοχή, ωστόσο η διεθνής καθιέρωση διαφοροποιείται κατά περιοχές, χωρίς όμως να υποβαθμίζεται η σημασία της, για μια ιδιότητα ευθύνης και συμπόρευσης μέσα στην οικογένεια (μονογονεϊκή, πυρηνική κλπ) θέση φορτισμένη αλλά και σχέση ζωής, που παίζει το δικό της καθοριστικό ρόλο στην ισορροπία αλλά και την υγιή ανάπτυξη των μελών μιας οικογενειακής συλλογικότητας.
Για την περίσταση και λόγω της μελετητικής ιδιότητας του επιμελητή του παρόντος ιστολογίου επιθυμούμε να θυμίσουμε εξαιρετικές ιστορίες από τις παραμυθιακές συλλογές των λαϊκών παραμυθιών που έχουμε επιμεληθεί, υποθέσεις που σχετίζονται με την καταλυτική ενέργεια της πατρικής φιγούρας, άλλοτε άδηλα υποστηρικτικής και άλλοτε απλά τραγικής μέσα στην πορεία της ζωής. Αναμεσά τους ξεχωρίζουμε και προτείνουμε τα παραμύθια: Η ιστορία του πατέρα με τους επτά γιούς (Λαϊκά παραμύθια των Παλαιστινίων, εκδ. Α/συνέχεια 2013), Ο κρυμμένος θησαυρός (από την ίδια πηγή), Η ιστορία της Ανάγκης (Παραμύθια λαϊκά ενάντια σε δύσκολους καιρούς, εκδ. ΕΥΜΑΡΟΣ 2017), Η ιστορία του πατέρα με τους γιους που μάλωναν (από την ίδια πηγή) και άλλα...
ΔΥΟ ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΠΑΤΕΡΑΔΕΣ
Το δώρο (Αφρική)
Μια φορά κι έναν καιρό, λένε οι ιστορίες των παλιών, σ’ ένα χωριό της Αφρικής ζούσε ένας μεγάλος αρχηγός, ένας γενναίος πολεμιστής που σαν κι αυτόν δεν ήταν άλλος. Μια μέρα ακούστηκε πως κοντά στο χωριό φάνηκαν λιοντάρια. Ήρθανε και τον βρήκανε οι άνθρωποι αλαφιασμένοι, μερικοί ήταν συγχωριανοί του, και του είπανε πως τα λιοντάρια είχαν επιτεθεί στα κοπάδια τους και είχανε φάει κάμπο σα ζώα. Τότε ο μεγάλος αυτός αρχηγός, ο γενναίος αυτός πολεμιστής πήρε την απόφαση: Κράτησε σφιχτά στο ένα του χέρι το δόρυ, φόρεσε στο άλλο την ασπίδα του και βγήκε να κυνηγήσει τα λιοντάρια.
Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δυο, μα ο πολεμιστής δεν φά νηκε πίσω στο χωριό. Πέρασε μια ολόκληρη βδομάδα κι ο αρχηγός δεν είχε ακόμη γυρίσει. Οι σκέψεις πετούσαν βαριές, μαύρα πουλιά, ανάμεσα στην οικογένειά του και τους ανθρώπους του χωριού του. Καταλάβαιναν όλοι πως δεν θα ξαναγύριζε ποτέ πια κοντά τους ο μεγάλος αρχηγός, ο γενναίος αυτός πολεμιστής. Μονάχα ο πιο μικρός του γιος, από τους πέντε που είχε, ρωτούσε κάθε μέρα τη μητέρα του: «Μάνα, πού είναι ο πατέρας μου;» Ρωτούσε τα αδέλφια του: «Πείτε μου, πότε θα γυρίσει ο πατέρας μας;» Συναντούσε τους ανθρώπους του χωριού και τους ρωτούσε: «Πότε θα πάμε να βρούμε τον πατέρα μου»; Κι εκείνοι, καταλαβαίνοντας τι είχε συμβεί, του λέγανε: «Ο πατέρας σου δε θα γυρίσει πια, μικρέ…» Μα ο μικρός γιος επέμενε: «Πού είναι ο πατέρας μου, θέλω τον πατέρα μου, να πάμε να τον βρούμε τώρα!» Κι έτσι, τα τέσσερα μεγάλα αδέρφια του, που είχαν κουραστεί να τον ακούν κάθε μέρα να ρωτάει με επιμονή το ίδιο και το ίδιο, αποφάσισαν να πάνε να δούνε τι είχε συμβεί στον πατέρα τους.
Άφησαν πίσω τους το χωριό, περπάτησαν ώρες πολλές και βρέθηκαν αρκετά μακριά από τον τόπο τους, πολύ έξω από την περιοχή του χωριού τους. Ψάχνανε για χνάρια στο χώμα, κοίταζαν τριγύρω ανάμεσα στα δέντρα και τα χορτάρια τής σαβάνας για σημάδια, μα δεν αντίκρισαν τίποτε. Κι εκεί που ψάχνανε για σημάδια του πατέρα τους, ένας αδερφός είδε παράμερα κάτι να ξεχωρίζει ανάμεσα στην άμμο. «Εδώ, αδέρφια, κάτι βλέπω!» φώναξε στους άλλους, και μεμιάς μαζεύτηκαν κοντά του οι υπόλοιποι. Κοιτάνε λίγο καλύτερα και βλέπουν ένα σωρό κόκαλα και δίπλα τους, μισοθαμμένα στην άμμο, το δόρυ του πατέρα τους σπασμένο και την ασπίδα του κομματιασμένη. Κατάλαβαν πως δίχως άλλο ο μεγάλος αρχηγός, ο γενναίος πολεμιστής, ο πατέρας τους, νικήθηκε στον αγώνα και τον έφαγαν τα λιοντάρια. Σκύβει τότε και παίρνει ο πρώτος γιος τα κόκαλα του πατέρα του κι αρχίζει να τραγουδάει πάνω τους, κι αυτά να, αρχίζουν σιγά σιγά να μπαίνουν στη σειρά, όπως ακριβώς είναι ο σκελετός του ανθρώπου, κι ενώνονται με χόνδρους.
Ύστερα έρχεται ο δεύτερος γιος. Γονατίζει του λόγου του και τραγουδάει κι αυτός, κι αμέσως αρχίζουν να εμφανίζονται τα νεύρα και η σάρκα. Απλώνονται στα μέλη κι ολόκληρο το κορμί, κι αρχίζει να κυλάει το αίμα πια στο σώμα του πατέρα του. Μετά κοντοζυγώνει με τη σειρά του κι ο τρίτος γιος και τραγουδάει κι αυτός. Αυτή τη φορά το άψυχο κορμί νά σου ξεκινάει να σκεπάζεται με δέρμα, και στο πρόσωπο αρχίζει να φαίνεται το στόμα και η μύτη και μετά φανερώνονται τα μάτια και τα αυτιά. Στο τέλος, πλησιάζει κι ο τέταρτος γιος. Στην αρχή, τραγουδάει, και μετά σκύβει και γονατίζει κι ακουμπάει το στόμα του στο στόμα του πατέρα του. Φυσάει μια, δυο, τρεις και του δίνει την ανάσα του. Για μια στιγμή, τα τέσσερα αδέρφια βάλθηκαν να κοιτάζονται αναμεταξύ τους μέσα στη σιωπή. Και να ξαφνικά ο μεγάλος αρχηγός, ο γενναίος πολεμιστής πετάγεται μεμιάς ξανά όρθιος στα πόδια του, γεμάτος ζωή. Κοιτά ζει το κορμί του, που είναι γιομάτο ζωή, κι έπειτα σηκώνει το δόρυ του και την ασπίδα του, γυρίζει και λέει στα παιδιά του: «Θα κάνω ένα μεγάλο δώρο» λέει «στο γιο εκείνο που του χρωστάω τη ζωή μου». Τότε βγαίνει μπροστά ο πρώτος γιος και λέει στον πατέρα του: «Το δώρο ανήκει σε εμένα, γιατί εγώ έβαλα στη θέση τους τα κόκαλά σου και τώρα βρίσκεσαι πάνω τους και μπορείς και στέκεσαι». Πετάγεται ο δεύτερος γιος και λέει: «Όχι! πατέρα, το δώρο πρέπει να το πάρω εγώ. Γιατί εγώ σου έδωσα σάρκα και νεύρα και αίμα και μπορείς τώρα και κινείσαι». Τα ακούει αυτά ο τρίτος γιος και αποκρίνεται: «Εγώ όμως σου έδωσα δέρμα, και στόμα και μύτη και μάτια και αυτιά και μπορείς να αισθάνεσαι και να τρως και να ακούς και να βλέπεις. Εγώ λοιπόν θα πάρω το δώρο σου, πατέρα!»
Στο τέλος, ο τέταρτος γιος γυρίζει και λέει: «Εγώ όμως σου έδωσα πνοή από την πνοή μου να ανασαίνεις και μπορείς τώρα και ζεις πραγματικά. Γι’ αυτό, πατέρα, το δώρο ανήκει σε εμένα». Τότε ο μεγάλος αρχηγός, ο γενναίος πολεμιστής, ο πατέρας τους, τους κοίταξε όλους και κούνησε το κεφάλι του. «Όχι! λέει. Το δώρο θα το πάρει ο μικρός μου γιος. Είναι εκείνος που με φώναζε κάθε μέρα. Σ’ αυτόν χρωστάω τη ζωή μου, γιατί όσο έναν άνθρωπο τον θυμάται έστω κι ένας, δεν πεθαίνει ποτέ».
Πηγή: Δημήτρης Β. Προύσαλης: Παραμύθια του Κάτω Κόσμου, εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ 2007, 2010, 2016
Ο έβδομος πατέρας του σπιτιού (Νορβηγία) ΑΤU726
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο δρόμο να ταξιδεύει. Το ’χε λένε, αυτός συνήθειο να παίρνει τους δρόμους και να γυρίζει τον κόσμο και να κοιμάται πότε δω και πότε κει, και να περιπλανιέται από τόπο σε τόπο.
Μια μέρα, λένε πως την ώρα που πήγαινε να σουρουπώσει, βλέπει να απλώνεται μπροστά του λίγο παραπέρα, ένα σπίτι που είχε χωράφια και φράχτες γύρω γύρω. Έτσι όπως το κοίταξε, που ήταν ομορφοφτιαγμένο, του φάνηκε να μοιάζει σαν κάστρο μικρό. «Θαρρώ πως εδωνά μπορεί να βρεθεί μια γωνιά να περάσω τη νύχτα…» μουρμούρισε του λόγου του ο ταξιδιώτης, την ώρα που δρασκέλιζε την πόρτα του κτήματος. Λίγο πιο πέρα, λένε πως ήταν ένας άντρας με μαλλιά ψαρά και γένια, που λιάνιζε κάμποσα κούτσουρα για τη φωτιά. «Καλησπέρα, πατέρα*, μήπως μπορώ να περάσω εδώ τη νύχτα μου;» είπε ο ξένος. Ο άντρας που λιάνιζε τα κούτσουρα αποκρίνεται τότε: «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας του σπιτιού. Τράβα στην κουζίνα και μίλα του πατέρα μου!» Ο ταξιδιώτης μπήκε στο σπίτι και τράβηξε κατά την κουζίνα. Εκεί κοιτάζει και τι να δει! Ήταν ένας άντρας ακόμα μεγαλύτερος στα χρόνια από τον άλλον που έκοβε ξύλα. Τούτος δω ήταν γονατισμένος μπροστά από το τζάκι και φυσούσε κατά τη φωτιά για να τη δυναμώσει. «Καλησπέρα, πατέρα! Μπορώ απόψε να απαγκιάσω σε μια γωνιά του σπιτιού σου;» ρωτά ο ξένος. «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας του σπιτιού! Αλλά έλα παραμέσα και μίλα με τον πατέρα μου που είναι στο τραπέζι του καθιστικού…» είπε ο γέρος.
Ο ταξιδιώτης, πέρασε τούτη τη φορά στην κάμαρα που ήταν το καθιστικό κι εκεί αντίκρισε έναν γέρο μεγαλύτερο στα χρόνια από τους δύο που είχε αντικρίσει μέχρι τώρα. Αυτός ο γέρος καθόταν και διάβαζε από ένα βιβλίο σαν μικρό παιδί και έτρεμαν τα χέρια του και τα χείλια του. «Καλησπέρα, πατέρα! Μπορώ να βρω απόψε μια γωνιά να ξαπλώσω για τη νύχτα;» τον ρωτά ο ξένος. «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας του σπιτιού, αλλά πιο μέσα θα βρεις τον πατέρα μου που κάθεται σε έναν πάγκο. Αυτόν να ρωτήσεις…» απαντά ο γέρος που έτρεμε ολόκληρος. Ο ξένος τράβηξε παραμέσα σ’ εκείνον το γέρο που καθόταν στον πάγκο. Ο γέρος ήταν έτοιμος να ανάψει το τσιμπούκι του, μα τον βάραιναν τόσο τα χρόνια κι έτρεμε τόσο πολύ, που ίσα μπορούσε να κρατήσει το τσιμπούκι του στα χέρια. Ο ξένος τον χαιρέτισε κι αυτόν με τη σειρά του και τον ρώτησε αν μπορούσε να κοιμηθεί σε μια γωνιά του σπιτιού του, για τη βραδιά που θα κυλούσε. «Δεν είμαι εγώ ο πατέρας, ο κύρης του σπιτιού. Αλλά μίλα στον πατέρα μου εκεί πέρα, που είναι στο κρεβάτι…» του λέει ο γέρος. Ο ταξιδιώτης προχώρησε παραμέσα κι είδε ένα κρεβάτι. Πάνω του ξάπλωνε ένας άλλος γέρος, πολύ γέρος… Ήταν τούτος εδώ τόσο πολύ φορτωμένος στα χρόνια, που λένε πως το μόνο πράγμα που ζούσε πάνω του, πως φαινόταν να ’ναι ζωντανό, ήταν τα δυο του μεγάλα μάτια. Τον σιμώνει και του λέει: «Καλησπέρα, πατέρα! Μπορώ του λόγου μου, να βρω εδώ στο σπιτικό σου μια γωνιά, ν’ απαγκιάσω για τούτη τη νύχτα;» Ο γέρος τότε τον ακούσει κι αποκρίνεται: «Ξέρεις, δεν είμ’ εγώ ο πατέρας του σπιτιού, αλλά τράβα να ρωτήσεις τον πατέρα μου που είναι ξαπλωμένος σ’ εκείνο το κρεβάτι το μικρό». Τότε ο ταξιδιώτης πηγαίνει στο κρεβάτι, κοιτάζει και τι να δει! Μέσα στο μικροκρέβατο ήταν ξαπλωμένος ένας άνθρωπος, πολύ γέρος, ο γεροντότερος απ’ όλους. Ήταν αυτός με το κορμί του σταφιδιασμένο και μπασμένο απ’ τον καιρό και δεν ήταν στο μπόι μεγαλύτερος από ένα μωρό! Αν δεν άκουγε ο ξένος με τα ίδια του τα αυτιά έναν ρόγχο να βγαίνει απ’ το λαρύγγι του, θα νόμιζε πως τούτο το κορμί δεν είχε μέσα του ζωή. Σιμώνει στο λίκνο, σκύβει πάνω του και λέει: «Καλησπέρα, πατέρα! Μήπως θα μπορούσα να βρω μια γωνιά στο σπίτι σου, να περάσω τη νύχτα γι’ απόψε;» Στην αρχή δεν ακούστηκε τίποτα. Μα ύστερα από λίγο, μια φωνή δίχως ζωή, που ίσα ίσα ακουγόταν, βρέθηκε να αποκρίνεται, πως και τούτος δεν ήταν ο πατέρας του σπιτιού. «Τράβα στον πατέρα μου, που είναι μέσα στο κέρατο που κρέμεται πάνω σ’ εκείνον τον τοίχο…,» του είπε με φωνή τόσο σιγά που με δυσκολία μπορούσες να ακούσεις.
Ο ταξιδιώτης γύρισε και κοίταξε παραξενεμένος γύρω γύρω τους τοίχους στην κάμαρα. Σε μια στιγμή ξεχώρισε πάνω σ’ έναν τοίχο να κρέμεται ένα κέρατο μεγάλο. Μα σαν σίμωσε κι έσκυψε πάνω από το κέρατο, να βρει τον πατέρα του πατέρα του πατέρα των άλλων γερόντων πατεράδων, δεν αντίκρισε τίποτα παρά μονάχα μια χούφτα από στάχτες, σμιγμένη σαν πέτρα. Κοίταξε λίγο καλύτερα και τούτη η χούφτα η σμιγμένη έμοιαζε με μούτρα ανθρωπινά. Ο ξένος στην αρχή τα χρειάστηκε! Τούτο το πράγμα το παράξενο δεν το είχε ματαδεί μέχρι τώρα στη ζήση του! Ύστερα με φωνή πολύ έτρεμε από φόβο λέει: «Καλησπέρα, πατέρα…. Μήπως θα μπορούσες να μ’ αφήσεις να περάσω την αποψινή νυχτιά στο σπίτι σου σε μια γωνίτσα;»
Λένε, πως ήταν τότε που ακούστηκε σαν ψίθυρος που χανόταν κι έσβηνε, ένας λόγος που δύσκολα τον καταλάβαινες να λέει: «Ναι, παιδί μου…Μπορείς να απαγκιάσεις απόψε σε μια γωνιά του σπιτιού μου…» Στα ξαφνικά φανερώνεται μπροστά του ένα τραπέζι γεμάτο με όλων των λογιών τα φαγιά, με κρασιά και με μπίρες. Ο ταξιδιώτης κίνησε να τρώει και να πίνει και σαν χόρτασε, φανερώνεται μπροστά του ένα κρεβάτι στρωμένο με δέρματα ελαφιών. Ο άντρας ξάπλωσε με μια ευχαρίστηση μεγάλη, πως είχε καταφέρει να βρει τον αληθινό πατέρα τούτου του σπιτιού….
*Η λέξη πατέρας χρησιμοποιείται με την έννοια του κύρη του σπιτιού, του νοικοκύρη, αυτού που έχει την ευθύνη ως σημαίνοντος-σημαντικού προσώπου
Πηγή: Peter Christen Asbjørnsen, Round the Yule Log: Norwegian Folk and Fairy Tales, translated by H. L. Brækstad (Philadelphia: J. B. Lippincott, ca. 1930).
Μετάφραση-απόδοση: Δημήτρης Β. Προύσαλης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου