Πρώτο Πάσχα της λευτεριάς (1821)- σ.149 της συλλογής
Τη
Μεγάλη Παρασκευή του 1821 ο Παπαφλέσσας πήγε στα Βέρβενα. Εκεί παρέα ο αρχιμανδρίτης Δικαίος, μαζί με
τους δεσπότες των Βρεσθενών Θεοδώρητο, του Έλους Άνθιμο και Μαλτσίνης Ιωακείμ,
βρέθηκαν στην ύπαιθρο καταμεσής του ελληνικού στρατού από τους επαναστατημένους
ραγιάδες, κι εκεί έψαλαν το «Χριστός Ανέστη». Ήταν 10 του Απρίλη. Τα μάτια όλων
άστραφταν, τούτο το Πάσχα ήτανε αλλιώτικο. Οι στρατιώτες, οι επαναστατημένοι ραγιάδες, που είχαν
ξεσηκωθεί πριν λίγους μήνες στα άρματα, αντί για λαμπάδες κράταγαν τα ντουφέκια
στο δεξί τους χέρι, σ’ εκείνο το πρώτο Πάσχα της Λευτεριάς…
Αρχική πηγή: Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου τ.Α Αθήνησιν, εκ του τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως 1851
Η παρούσα αφήγηση αποτελεί μια συγκινητική στιγμή στην ιστορία του νεότερου Ελληνισμού, αν κανείς αναλογιστεί πως πρόκειται για το πρώτο Πάσχα σε συνθήκες ελευθερίας μετά από τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς. Σκηνικό αποτελεί το ελληνικό στρατόπεδο στα Βέρβενα, στο ψηλότερο χωριό της ορεινής Κυνουρίας όπου οι επαναστατημένοι ραγιάδες συγκεντρώνονται έχοντάς το για έδρα και ορμητήριό τους.
Το
Πάσχα της Τζαβέλαινας (1823) σσ. 151-154 της συλλογής
Λένε πως κοντά στο Θιάκι,* ήταν ένα μικρό νησί που το λέγαν Κάλαμο. Εκεί στα 1823 κατέφευγαν αδύνατες ψυχές κυνηγημένες, για να γλιτώσουν από τα χέρια των Τούρκων. Στο νησί είχαν μαζευτεί Σουλιώτισσες, που απόμειναν δίχως πατρίδα μετά τους πολέμους με τον Αλή Πασά και τον Χουρσίτ. Ανάμεσα σ’ αυτές τις γυναίκες ήταν και μια ξεχωριστή, που το όνομά της ήταν ξακουσμένο ανάμεσα σε όλες τις Σουλιώτισσες. Ήταν λένε η Δέσπω, η γυναίκα του Φώτου του Τζαβέλα. Μια μέρα έφτασε στον Κάλαμο κακό μαντάτο, πως τα δυο παιδιά της Δέσπως, παλικάρια ολόκληρα, χάθηκαν στον πόλεμο. Όπως το είχαν συνήθειο στο Σούλι όλες οι γυναίκες άρχισαν τα ξεφωνητά, τα κλάματα και τα μαλλιοτραβήγματα.
Σε μια στιγμή πετάγεται πάνω η χαροκαμένη μάνα, η Δέσπω και λέει: «Πάψτε, ορέ γυναίκες! Οι γιοι μου πήγαν στο δρόμο του Χριστού. Σηκωθείτε. Να βάψουμε τ’ αυγά, γιατί Πάσχα έρχεται, κι είν’ αμαρτία, μπορεί να μας οργιστεί ο Θεός!» Οι άλλες από σεβασμό στη γυναίκα, σηκώνονται κι αρχίζουνε να κάνουν τις δουλειές τους και κρατούν με το ζόρι τα δάκρυα μέσα στα μάτια τους. Την ώρα που έκαναν το βάψιμο των αυγών, έρχεται άλλο μαντάτο, πως οι γιοι της Δέσπως δεν σκοτώθηκαν στον πόλεμο, παρά μονάχα ένας απ’ τους δυο λαβώθηκε αλαφρά. Η Δέσπω γονατίζει και λέει: «Δοξασμένη σου η χάρη, Χριστέ, που μου τους φύλαξες, μα εγώ πάντα τους έχω για Σένα και την Πατρίδα ξεγραμμένους…»
*Θιάκι: Ιθάκη
Πηγή:
Περιοδικό «Εστία» τόμος του έτους 1888
Η συγκεκριμένη αφήγηση αντανακλά την πεποίθηση που είχαν οι Σουλιώτισσες για την τύχη των αγαπημένων τους, των οποίων η ζωή ήταν αφιερωμένη στην πατρίδα και στη πίστη τους. Εδώ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, πως προκρίνεται η προετοιμασία για τον ερχομό του Πάσχα από τις θρηνητικές εκδηλώσεις που μπορούν να περιμένουν σε μια αρνητική είδηση που τελικά δεν επιβεβαιώθηκε.
Με την υποστήριξη της



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου